ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Επικαιρότητα

Οι αντιθέσεις και οι χρόνοι της Αριστεράς

maya12

Εξουσία και κυβέρνηση δεν ταυτίζονται. Πολλοί υπουργοί περιγράφουν πως ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί, πιστεύοντας ακόμη στην αριστερή παρένθεση, βάζουν εμπόδια στο έργο τους δημιουργώντας την εντύπωση μιας κυβέρνησης υπό ομηρεία. Ήταν αναμενόμενο. Ο κλασικός Μαρξισμός εξηγεί ότι κεντρικός ρόλος της κρατικής εξουσίας είναι να αποτρέπει την άνοδο της Αριστεράς και να ματαιώνει τις πολιτικές της στις σπάνιες περιπτώσεις που βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Στη δική μας περίπτωση, η γενική αυτή αντίθεση παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή. Κυβέρνηση και βουλευτές πρέπει να εφαρμόσουν πολιτικές λιτότητας τις οποίες απορρίπτουν ιδεολογικά. Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτε πιο ριζοσπαστικό από το υπουργοί και κόμμα να δηλώνουν ότι διαφωνούν με τις μνημονιακές πολιτικές που εφαρμόζουν και αναπτύσσουν ένα «παράλληλο» πρόγραμμα για να μετριάσουν τα αποτελέσματά τους. Για το παλιό πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο, η αντίφαση αυτή δείχνει την τρέλα, τον σουρεαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Στην πραγματικότητα, αποτελεί την αναμενόμενη και επιβεβλημένη αντίδραση ενός αριστερού κόμματος που έχει την κρατική διακυβέρνηση, αλλά δεν έχει ακόμα την εξουσία.

Για την Αριστερά το κόμμα δεν είναι γραφείο εύρεσης εργασίας, ούτε μηχανισμός διανομής εξυπηρετήσεων. Όταν λοιπόν υπουργοί διαφωνούν με τις ιδιωτικοποιήσεις, όταν το κόμμα καλεί τα μέλη του να συμμετάσχουν σε διαμαρτυρίες κατά της λιτότητας, όταν η νεολαία καταδικάζει τη χρήση των ΜΑΤ εναντίον καταλήψεων κάνουν ό,τι πρέπει να κάνει ένα κόμμα που λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος. Η κριτική υποστήριξη της κυβέρνησης, οι εσωτερικές συζητήσεις ακόμη και οι αντιθέσεις αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιδεολογίας και της πολιτικής μιας παράταξης που αναγνωρίζει την ήττα σε μια μάχη αλλά συνεχίζει τον αγώνα για να κερδίσει τον πόλεμο.

Για τη διαλεκτική, η αντίφαση δεν ακινητοποιεί, ούτε αδρανοποιεί. Κάθε ζωντανός οργανισμός εξελίσσεται μέσα από τις αντιφάσεις του. Η διαλεκτική λειτουργεί αν πάρουμε τον έναν πόλο μιας θεωρητικής ή πολιτικής αντινομίας και τον κάνουμε ηγεμονικό. Η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής ή προσφυγικής κρίσης, για παράδειγμα, είναι σημαντική, αλλά στοχεύει στο σύμπτωμα μόνο και μπορεί να παραμείνει στα όρια της φιλανθρωπίας. Μόνο όταν στοχεύσουμε τα αίτια της κρίσης ο μερικός ανθρωπισμός γίνεται οικουμενική αρχή υπέρβασης της καταστροφής. Αντίφαση είναι λοιπόν το όνομα της αριστερής κυβέρνησης και του κόμματος σ’ ένα νεοφιλελεύθερο περιβάλλον. Η διαχείριση των στόχων και η ιεράρχηση του χρόνου θα κρίνει την επιτυχία της.

Μια φαινομενολογία του χρόνου

Αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο ως μια γραμμική αλληλουχία σημείων, μια διαδοχή από «τώρα». Φαινομενολογικά, όμως, ο χρόνος δεν είναι ούτε ενιαίος ούτε ομοιόμορφος. Η ζωή μας ξετυλίγεται σε αλληλοεπικαλυπτόμενους χρονικούς κύκλους, άλλους μικρούς και πυκνούς, άλλους μακριούς και αργόσυρτους. Πάρτε για παράδειγμα κάποιον που ετοιμάζεται για εξετάσεις τον επόμενο μήνα, προπονείται για έναν πρωτάθλημα κολύμβησης που θα γίνει σ’ έναν χρόνο, ενώ για αρκετά χρόνια γράφει ένα μυθιστόρημα. Ο άνθρωπος αυτός ζει ταυτόχρονα σε τρεις ομόκεντρους κύκλους με ξεχωριστούς στόχους. Όταν οι χρόνοι και οι στόχοι μπαίνουν σε τροχιά σύγκρουσης, τότε πρέπει να τους ιεραρχήσει, δίνοντας προτεραιότητα σε κάποιον και υποβιβάζοντας προσωρινά τους άλλους. Το παρόν στο οποίο εκτυλίσσεται η πράξη μας κουβαλάει μαζί του αυτό που δεν είναι πια παρόν, ενώ ταυτόχρονα ανοίγεται σε αυτό που δεν έχει ακόμα έλθει. Ο προσωπικός και πολιτικός χρόνος είναι λοιπόν πολυδιάστατος και διασπασμένος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, οι βουλευτές και οι υπουργοί ζουν ταυτόχρονα σε τρεις χρονικούς κύκλους. Ο μικρότερος και πυκνότερος είναι ο τωρινός μέχρι το τέλος του χρόνου. Ο δεύτερος είναι τα τέσσερα χρόνια του κοινωνικού μετασχηματισμού από το 2015 έως το 2019. Τέλος, ο τρίτος κύκλος είναι ο μακρύς και αργός χρόνος του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ξεκίνησε το 2015 και προχωρά στο μέλλον χωρίς κατάληξη ή τέρμα. Η κυβέρνηση, οι βουλευτές και τα μέλη ζουν ταυτόχρονα και στους τρεις αυτούς κύκλους. Αυτό που συνέβη (το Μνημόνιο της λιτότητας) και αυτό που μέλλει να συμβεί (η ριζοσπαστική ισοδημοκρατία) δημιουργούν το έδαφος όπου εκτυλίσσεται το παρόν.

Οι τρεις χρόνοι του αγώνα

Ο πρώτος κύκλος είναι το δύσκολο 2016. Η αντιπολίτευση ονειρεύεται ότι η κυβέρνηση θα πέσει κάτω από την πίεση των δανειστών και τις λυσσαλέες επιθέσεις των ΜΜΕ. Γύρω από το Σύνταγμα και τη Βουλή, αλλά όχι στην υπόλοιπη Ελλάδα, επικρατεί μια επίπλαστη κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ζούμε σ’ ένα κλίμα πανικού και υστερίας, με συνεχείς στοχοποιήσεις υπουργών και βουλευτών με ψέματα και φήμες. Η αντιπολίτευση, χωρίς πρόγραμμα και αρχές, προβάλλει τα δικά της ανομήματα και αποτυχίες στους αντιπάλους της χωρίς να νοιάζεται για τη ζημιά που προκαλεί στην πολιτική ζωή και στη θέση της χώρας στην διεθνή σκηνή. Ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται τώρα αντοχή, ανθεκτικότητα. Αν περάσει το 2016, η κυβέρνηση έχει ορίζοντα οκτώ χρόνων.

Η ανθεκτικότητα εξαρτάται βέβαια από την ταυτόχρονη εκτύλιξη των δύο άλλων κύκλων. Στον μακρύτερο και αργότερο δεύτερο κύκλο αρχίζει η μετάβαση από την κυβέρνηση στην αριστερή «κυβερνησιμότητα». Το «παράλληλο», που τώρα μετριάζει τις μνημονιακές πολιτικές αρχίζει να τις αντικαθιστά και να μετατρέπεται σε πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού. Οι δύο πυλώνες της αριστερής ιδεολογίας, η ταξική προκατάλειψη και οι δικαιωματικές μεταρρυθμίσεις, μπαίνουν στην πρώτη γραμμή.

Αλλά ξέρουμε τι είναι αριστερή διακυβέρνηση; Δεν υπάρχει συνταγή ή τυφλοσούρτης και γι’ αυτό μας παρακολουθεί με αγωνία η παγκόσμια Αριστερά. Δεν ξέρουμε τι είναι, αλλά σε τι αποσκοπεί: να αλλάζει συνεχώς τους συσχετισμούς δύναμης μεταφέροντας πόρους και αρμοδιότητες από το κράτος στους πολίτες. Κάθε πολιτική μεταρρυθμίζει το παλιό καθεστώς, κάθε πετυχημένο μέτρο οδηγεί στο αμέσως επόμενο βήμα, κάθε ριζοσπαστικό νομοσχέδιο στην επόμενη ρήξη. Ο μεσοπρόθεσμος προγραμματισμός κάθε υπουργείου πρέπει να προβλέπει λοιπόν μια πορεία συνεχών μεταρρυθμίσεων. Κάποιες αποσκοπούν στη δημιουργία κράτους αποτελεσματικού και δίκαιου, άλλες στο ράγισμα των ταξικών ισορροπιών. Κάθε επιτυχία και ρήξη με το παλιό οδηγεί αμέσως στην επόμενη κίνηση σε αλλεπάλληλα κύματα ριζοσπαστικοποίησης. Κάθε επιμέρους πολιτική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός συνολικού σχεδίου ριζικής αλλαγής.

Για να πετύχει αυτή η αλληλουχία ρήξεων ο κυβερνητικός σχεδιασμός πρέπει να μπαίνει από την αρχή σε διαβούλευση με τους βουλευτές, το κόμμα και, όπου απαραίτητο, τα κινήματα. Οι βουλευτές καλούνται συχνά να υποστηρίξουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες για τις οποίες δεν έχουν συμμετοχή ή ενημέρωση. Το κόμμα δεν έχει βασική ενημέρωση των σχεδίων, και αυτό συντελεί στην αμηχανία και την αδράνεια. Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, να βρούμε καλύτερους δίαυλους επικοινωνίας. Δεν είμαστε αριστεροί επειδή αλλάξαμε τους υπουργούς με καλύτερους αλλά επειδή βάζουμε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα που είναι αποτέλεσμα της ριζοσπαστικής θεωρίας και της ανάλυσης του συσχετισμού δύναμης και προέρχεται από την πιο πλατιά δημοκρατική διαβούλευση.

Ο τρίτος και αργότερος πολιτικός χρόνος ξεκίνησε το 2015 και εμφανίζεται ως αχνό ίχνος της κοινωνικής δικαιοσύνης και του μέλλοντος στις δύσκολες στιγμές του σήμερα. Στόχος του είναι ο δημοκρατικός σοσιαλισμός του 21ου αιώνα ή η ισοδημοκρατία. Ο νεολογισμός «ισοδημοκρατία» αντιμετωπίζει τον προγραμματισμό και τις δράσεις κυβέρνησης και κόμματος σαν μια συνεχή πορεία προς ένα ορίζοντα μείωσης των ανισοτήτων, επέκτασης και βαθέματος της δημοκρατίας από διαδικασία επιλογής σε τρόπο ζωής. Ο ορίζοντας αποτελεί διαχωριστική γραμμή που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζουμε. Παραμένει ανοιχτός και άπιαστος αλλά οδηγεί σαν φάρος τον προγραμματισμό και την καθημερινή μας πρακτική. Αποτελεί λοιπόν ένα είδος καντιανής “κανονιστικής” ιδέας. Κάθε επιμέρους εφαρμογή της ανοίγεται σε παραπέρα βάθεμα αλλάζοντας και τον στρατηγικό στόχο και το πολιτικό υποκείμενο, και κυβέρνηση και κόμμα. Ο ορίζοντας δεν είναι μια αδύνατη ουτοπία ούτε ένα σχέδιο σαν τον “υπαρκτό». Δεν θα πούμε ποτέ, «πετύχαμε, φτάσαμε, είμαστε στον σοσιαλισμό». Ο ορίζοντας υπάρχει εδώ και τώρα, ενσωματωμένος σε κάθε σχέση, σε κάθε αγώνα, σε κάθε νίκη, ακόμη και στις αποτυχίες μας. Μετά, κάθε επιτυχία συνεχίζει να μας οδηγεί στον νέο επιμέρους στόχο. Έτσι το μέλλον γίνεται συστατικό του παρόντος, η μελλοντική τήρηση του συμβολαίου με τον λαό κομμάτι της σημερινής υπόσχεσης.

Θα πετύχουμε; Εξαρτάται. Δεν έχουμε πια εγγυήσεις. Η συμμετοχή, η αντιπαράθεση ιδεών και προτάσεων, το άνοιγμα στην κοινωνία είναι πιο σημαντικά από ποτέ. Η ριζική αλλαγή δεν είναι τίποτε άλλο από την επιμονή, ξανά και ξανά, στην αρχική απόφαση να αρνηθούμε το αναπόφευκτο της ήττας. Από τη σκοπιά του μέλλοντος, η αρχική πίστη θα φανεί θεμελιώδης και θεμελιωμένη παρ’ ότι πιθανότατα ήταν εξίσου τυχαία όσο και αναγκαία. Έτσι συντελούνται οι μεγάλοι έρωτες και οι επαναστάσεις: μετά το συμβάν, τους θεωρούμε αναγκαίους, απαραίτητους, προκαθορισμένους. Αλλά αν καθυστερήσεις λίγα λεπτά στο ραντεβού, αν αναθέσεις τον αγώνα σε άλλους, στους γνωστούς και τους γνώστες, τότε το προκαθορισμένο γίνεται χαμένη ευκαιρία, ένας έρωτας που ποτέ δεν γνώρισες.

 

Το άρθρο αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο «Syriza in Power: Academic reflections on a politician’s life» που θα εκδοθεί το 2017 από το Polity Press

Κ. Δουζίνας, καθηγητής Πολιτικής και Νομικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ