ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

Λεοπόλδος ο 2ος: Η αποκαθήλωση ενός σφαγέα

Ποιος το περίμενε ότι έπρεπε να πεθάνει κάτω από το γόνατο ενός αστυνομικού ο Τζορτζ Φλόιντ στη Μινεάπολη για να καταφέρουν οι Βέλγοι στην Αμβέρσα να ξεφορτωθούν από την πόλη τους τον ανδριάντα της ντροπής.

Χρόνια προσπαθούσαν πολλές ομάδες πρωτοβουλίας στο ονομαστό λιμάνι της Φλάνδρας να μαζέψουν ικανό αριθμό υπογραφών για να αποκαθηλωθεί το άγαλμα του βασιλιά Λεοπόλδου του 2ου. Η τελευταία προσπάθειά τους είχε αρχίσει πριν από έναν μήνα και θα ολοκληρωνόταν στις 30 Ιουνίου, την Ημέρα Ανεξαρτησίας του Κονγκό, αλλά τελικά δεν χρειάστηκε. Το άγαλμα του μεγάλου σφαγέα σαρώθηκε από την ορμή των αντιρατσιστικών διαδηλώσεων “Black Lives Matter” σε όλο τον κόσμο. Ίσως τα τρισέγγονα των εκατομμυρίων θυμάτων του να αισθανθούν μια στάλα δικαίωσης.

Ο δήμος της Αμβέρσας αποφάσισε να μεταφέρει τον ανδριάντα στο μουσείο Μίντελχαϊμ, και μάλιστα όπως ακριβώς είναι, γεμάτο μπογιές και αντιρατσιστικά συνθήματα. Για να θυμούνται οι Βέλγοι τη σκοτεινή ιστορία τους, την εγκληματική βάση του αποικιοκρατικού τους πλούτου.

Όραμά του η αποικιοκρατία

Ο Λεοπόλδος ο 2ος βασίλεψε στο Βέλγιο από το 1865 μέχρι το 1909, οπότε πέθανε στο κρεβάτι του στα 74 χρόνια του, σε μια ηλικία ιδιαίτερα προχωρημένη για έναν τόσο ασθενικό άνθρωπο. Κάτι που δικαιολογεί πολλούς να πιστεύουν στην ύπαρξη της Κόλασης, μήπως και κάπου πληρώσει για τα εγκλήματά του.

Όντας ακόμη διάδοχος του θρόνου έκανε μεγάλα ταξίδια μήπως και βελτιωθεί η υγεία του, στην Αίγυπτο, στη Μέση Ανατολή, στην Ινδία και την Κίνα. Σ’ αυτά ζήλεψε τα πλούτη των άλλων αποικιοκρατικών χωρών, κυρίως της γειτονικής Ολλανδίας, που εκμεταλλευόταν την Ινδοκίνα, και αποφάσισε να κάνει με τον ίδιο τρόπο πλούσιο το Βέλγιο και το βασιλικό θησαυροφυλάκιο. Το είχε προσπαθήσει κι ο μπαμπάς του, ο Λεοπόλδος ο 1ος, στη Λατινική Αμερική, αλλά απέτυχε.

Ο τζούνιορ έμαθε από τους εξερευνητές της εποχής του ότι κάτω από τη Σαχάρα η Αφρική έχει ανείπωτα πλούτη και κατάφερε, όταν ο Μπίσμαρκ οργάνωσε το 1885 στο Βερολίνο άλλη μια από τις διασκέψεις των Ευρωπαίων που μοίραζαν μεταξύ τους τον κόσμο, να εξασφαλίσει για τον εαυτό του -όχι για τη χώρα του- το απέραντο και πλούσιο σε πρώτες ύλες Κονγκό.

Πρώτα κατέστρεψε το παραδοσιακό εμπόριο με το ελεφαντοστό υποχρεώνοντας τους Κονγκολέζους να του πληρώνουν φόρους σε αυτό το είδος. Και μετά, καθώς ο Ντάνλοπ ανακάλυψε τις ρόδες με τον πεπιεσμένο αέρα, ο Λεοπόλδος εκμεταλλεύτηκε μέχρι θανάτου το καουτσούκ του Κονγκό.

Ανάγκασε τους ανθρώπους να δουλεύουν νυχθημερόν για να ανεβάσουν την παραγωγή, όπως κι έγινε: Το 1890 έφτανε με το ζόρι τους 100 τόνους τον χρόνο, το 1901 ξεπέρασε τους 6.000 τόνους. Οι Κονγκολέζοι το πλήρωσαν με λιμούς, αφού δεν τους επιτρεπόταν να δουλέψουν στα χωράφια τους, και με κομμένα χέρια -τα δικά τους και των παιδιών τους- όταν δεν δούλευαν αρκετά σκληρά κατά τη γνώμη των επιστατών.

Πάνω από 10 εκατομμύρια ανθρώπους ξεπάστρεψε ο Λεοπόλδος στα 23 χρόνια που έκανε κουμάντο στο Κονγκό, χωρίς να πατήσει ποτέ το πόδι του στην καθημαγμένη χώρα. Τις φρικαλεότητές του περιέγραψε ο Τζόζεφ Κόνραντ στο βιβλίο του “Η καρδιά του σκότους” το 1899. Κι έπρεπε να περάσουν 121 χρόνια για να αποσυρθεί από την Αμβέρσα ο ανδριάντας του.