ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Ιδέες

Ο πάτος κι ο απόπατος

ΚΙΜΠΙ

Πάντα είχα την απορία πότε πραγματικά πιάνει κανείς πάτο. Ποιο είναι το μέτρο του πάτου; Τι κάνουν όσοι αναγκάζονται να ξύσουν τον πάτο του βαρελιού; Και γιατί να τον ξύσουν; Για να πετάξουν ή για να τραφούν από το βδελυρό κατακάθι του; Κι αν το βαρέλι δεν έχει πάτο, τι συμβαίνει; Πού καταλήγεις όταν πέσεις σ’ ένα βαρέλι χωρίς πάτο; Και για τι είδους βαρέλι μιλάμε; Βαρέλι πετρελαίου, των 158,987295 λίτρων, που αποτελεί το απόλυτο μέτρο του υδρογονανθρακούχου οικονομικού μας πολιτισμού; Ή θα επινοήσουμε άλλο βαρέλι, πράσινο, που θα αντιστοιχεί στην καθαρή ενεργειακή μας εποχή; Μήπως μας ταιριάζει ένα βαρέλι εξ ορισμού άπατο, αλλά και ασκεπές, που να αντιστοιχεί στο άπειρο της αλγοριθμικής οικονομίας; Αλλά τι διάολο βαρέλι θα είναι αυτό, δίχως καπάκι και δίχως πάτο; Μήπως θα ‘ναι η σκουληκότρυπα που θα μας βγάλει από τα σκατά που κολυμπάμε σήμερα, σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν, χωρίς πανδημίες, κρίσεις, απανθρωπιά και υποκρισία; Και γιατί σε άλλους αρέσει να κολυμπάνε στα άπατα κι άλλοι τρέμουν στην ιδέα να καταλήξουν στον πάτο της θάλασσας, που τελικά δεν έχει άπατα;

Και τι πάει να πει ξεπάτωμα – και μην ακούσω πορνοδιαστροφικό σχόλιο, Γιώργο. Γιατί να ξεπατωνόμαστε στη δουλειά, αν και διαισθανόμαστε ότι τελικά η κρίση δεν έχει πάτο; Και τι θα κάνουν οι τσαγκάρηδες τώρα που απαγορεύεται να ξεπατωθούμε στο περπάτημα -#menoumespiti, ντε- κι οι πάτοι των παπουτσιών μας θα έχουν τον αξεπάτωτο, ευτυχώς γιατί μέχρι πράγματι να πιάσουμε πάτο δεν υπάρχει σάλιο ούτε για σόλιασμα.

Το ανωτέρω περί πάτου παραλήρημα προέρχεται προφανώς από το απύθμενο βάθος μιας πτώσης που κανείς δεν υπολόγιζε, και πολύ περισσότερο οι ταγοί της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Των οποίων η αμεριμνησία ήταν τόσο άπατη μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο, που καταντά ύποπτη. Το μόνο που με κρατά από το να βουτήξω στα άπατα των θεωριών συνωμοσίας για την προέλευση της πανδημίας είναι ότι εν λόγω ταγοί -πολιτικοί ηγέτες, νεοφιλελεύθεροι σαμάνοι, γκουρού των αγορών, κεντροτραπεζίτες, golden boys πολυεθνικών, άπληστοι κυνηγοί του πλούτου- είναι τόσο ανελέητοι στον αλληλοκαταστροφικό ανταγωνισμό τους που είναι ανίκανοι να συνεργαστούν έστω και σε μια μαλθουσιανική συνωμοσία «εκκαθάρισης» του πληθυσμού από τους περιττούς.

Οχι, δεν παίζει αυτό, μικροί μου Νοστράδαμοι, αγαθοί μου τσαρλατάνοι, εξ ου και η ανικανότητα της πανικόβλητης, χεσμένης απ’ τον φόβο και πολιτικά μεταλλαγμένης παγκόσμιας διακυβέρνησης να συνεργαστεί και στα ελάχιστα: στις θεραπείες, στα εμβόλια ή στην εξημέρωση των αγορών -της πιο ανεξέλεγκτης πανδημίας- που ηδονίζονται να ταλαντεύονται μεταξύ πάτου και κορυφής.

Επρεπε να πιάσουμε πάτο για να εκτοξεύσουν τις δημόσιες δαπάνες στην κορυφή, έπρεπε να ξύσουμε το κατακάθι του βαρελιού για να περάσουν από τη μεταφυσική της λιτότητας, τη θρησκεία της αγοράς και τη λατρεία της θαυματουργής επιχειρηματικότητας στο υβρίδιο κρατικού καπιταλισμού και «πολεμικού κομμουνισμού», στο «Κυριάκο, Κριστίν, Ανγκελα, δώστε τα όλα. Αυτά που έχετε κι αυτά που δεν έχετε».

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που αυτή η δαιμόνια δυνατότητα να γεννούν χρήμα από το τίποτα, η ευχέρεια να φουσκώνουν με δαπάνες τους προϋπολογισμούς τους, παγερά αδιάφοροι πια για το σε ποιες κορυφές θα εκτοξευτούν δημόσια ελλείμματα και χρέη, χρησιμοποιείται όχι για να αυξηθεί ο λεγόμενος εθνικός πλούτος κάθε χώρας, αλλά ακριβώς για το αντίθετο: για να πιάσει πάτο, για να συρρικνωθεί στο ελάχιστο επίπεδο επιβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής, στο μικρό περιθώριο που αφήνουν τα τρις-τετράκις-πολλάκις εκατομμύρια ιοί Covid-19 που μας κατακλύζουν.

Αλλά, όπως έλεγε κι ο Σολωμός, «εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα και το μέλλον της. Από την αρχή ώς το τέλος περνάνε από πόνον εις πόνον έως τον άκρον πόνο». Οπου Ελλάδα, ο κόσμος κι η ανθρωπότητα, γιατί αν και τα σύνορα κλείνουν, «εθνικές» σωτηρίες δεν υπάρχουν. Η πανδημία θα τελειώσει όταν κι η τελευταία από τις 200 προσβεβλημένες χώρες γράψει «νέα κρούσματα: 0».

Εις τον πάτο της εικόνας υπάρχει το μέλλον. Τι θα αφήσει στις κοινωνίες και στις οικονομίες το καθεστώς έκτακτης ανάγκης; Τι υπάρχει κάτω από τον πάτο; Κάτω από τον πάτο υπάρχει ο απόπατος. Κι αν ο απόπατος αντιστοιχεί, για παράδειγμα, στα αρνητικά επιτόκια με τα οποία εδώ και χρόνια δανείζεται η Γερμανία -όπου πάτος αντιστοιχεί στο 0-, η ζωή στον απόπατο είναι ζωάρα. Τι καλύτερο από το να σε πληρώνουν για να σε δανείζουν, να σε αμείβουν για να μη δουλεύεις, να σε επιδοτούν για να μην παράγεις, να σε χρηματοδοτούν για να μπαζώνεις αποθεματικά.

Αλλά, προφανώς δεν πρόκειται γι’ αυτό. Η ζωή στον πάτο και στον απόπατο έχει κάτι πιο δυστοπικό, που ακόμη δεν έχουμε εντοπίσει. Κι εδώ μας χρειάζονται κάποιες θεωρίες συνωμοσίας, για το ποιο θα είναι το τίμημα της κεϊνσιανής μετάλλαξης των κυβερνήσεων, πώς θα πληρώσουν οι πληβείοι του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού τη γενναιοδωρία των νεόκοπων κρατιστών. Πόσους ακρωτηριασμούς στη δημοκρατία, στα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα θα αφήσει το ξύσιμο του πάτου από τους ενοίκους της κορυφής; Η σημασία φωλιάζει στ’ ανύποπτα, ξανά.

Μετά τον πάτο, υπάρχει ο απόπατος. Ισως αυτό εξηγεί την υψηλή ζήτηση του κωλόχαρτου, την εξαφάνισή του από τα ράφια των σουπερμάρκετ. Προφανώς, η ανθρωπότητα διανύει ακόμη το κατά Φρόιντ πρωκτικό στάδιο, είναι μόλις 2-3 ετών. Εχουμε πολλές πανδημίες μπροστά μας μέχρι την ενηλικίωσή της. Κι αν προλάβουμε…

…H πόλη αδυνάτισε και φτώχυνε τη χώρα με τη συμφορά της και μια άλλη συμφορά, επίσης φοβερή στο είδος της, την πλούτισε και την αποζημίωσε. Γιατί την επόμενη χρονιά, μετά τη φοβερή επιδημία, η πυρκαγιά του Λονδίνου κατέστρεψε ατέλειωτες ποσότητες οικιακών ειδών, ρούχων και άλλων πραγμάτων, πέρα από αποθήκες ολόκληρες γεμάτες με εμπορεύματα και προϊόντα που προέρχονταν από όλα τα μέρη της Αγγλίας. Είναι απίστευτο το εμπόριο που αναπτύχθηκε μετά απ’ αυτό σ’ ολόκληρο το βασίλειο για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες και ν’ αναπληρωθούν οι απώλειες που προκλήθηκαν έτσι. Ετσι, με λίγα λόγια, όλα τα εργατικά χέρια βάλθηκαν να δουλεύουν, και μάλιστα δεν επαρκούσαν γι’ αρκετά χρόνια για να προμηθεύουν την αγορά και ν’ ανταποκρίνονται στη ζήτηση. Αλλά κι όλες οι ξένες αγορές είχαν αδειάσει από τα είδη μας λόγω της διακοπής που προκάλεσε η πανούκλα, μέχρι να επιτραπεί πάλι το ελεύθερο εμπόριο. Και έτσι, μαζί με την τεράστια ζήτηση στο εσωτερικό της χώρας, ήρθε κι αυτό για να ενισχύσει τη γρήγορη απορρόφηση κάθε λογής προϊόντων. Τέτοιο εμπόριο δεν είχε ξαναγίνει στην Αγγλία, όπως εφτά χρόνια μετά την πανούκλα και μετά την πυρκαγιά του Λονδίνου.

Ντάνιελ Ντεφόου, «Η πανούκλα στο Λονδίνο» (1722).