ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Τόπος

Οι φούρνοι της Μόριας

Σπύρος Μπακάλης

Όσο οι φούρνοι στη Μόρια θα καίνε και θα φουρνίζουν ψωμί θα διατηρείται ζεστή και φρέσκια η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Όσο οι άνθρωποι θα ιδρώνουν από το ζύμωμα του ψωμιού άλλο τόσο θα συνεχίσει να ζυμώνεται η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων.

ΕΝΑΡΞΗ ΣΧΟΛΙΚΑ ΓΕΥΜΑΤΑ ΔΥΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μόρια. Ένα μικρό χωριό στο νησί της Λέσβου όπου τα τελευταία χρόνια έχει γίνει γνωστό σε όλη την Ευρώπη ως ένα από τα πιο δύσκολα μέρη για να κατοικεί ένας άνθρωπος. Χιλιάδες ζωές μεταναστών και προσφύγων στοιβάζονται στο camp “φιλοξενίας” που έχει στηθεί εκεί στο παλιό στρατόπεδο. Παραδίπλα το χωριό με τους λιγοστούς κατοίκους να βιώνει και αυτό τις δυσκολίες του.

Χρόνος αναμονής άγνωστος. Ψυχές ανθρώπων σε ημιανάπαυση περιμένουν πότε θα ξεκινήσει η ζωή. Κοντέινερ, σκηνές και αυτοσχέδια καταλύματα φτιάχνουν τα θεμέλια και σχηματίζουν τις γειτονίες μιας κοινωνίας που παλεύει για την καθημερινή επιβίωση. Ένα μωσαϊκό κουλτούρας από ανθρώπους διαφόρων χωρών κυρίως της Μ.Ανατολής και της Αφρικής, συνθέτει μια πολυπολιτισμική εικόνα μέσα στο ελληνικό τοπίο. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από τις εικόνες που θα δεις στις “ανεπτυγμένες” τουριστικές περιοχές της χώρας μας τύπου, Λαγανάς, Φαλυράκι και Χερσόνησσος.

Η ανάγκη για επιβίωση σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να ωθήσει τον άνθρωπο στην παραβατικότητα, σε κάποιες άλλες όμως θα τον ωθήσει στη δημιουργία. Κάπως έτσι λοιπόν πήραν φωτιά οι “Φούρνοι της Μόριας”.

Ευτυχώς, δε χρειάζεται να πάει το μυαλό σας στο κακό, δεν πρόκειται για κάποιο σύγχρονο “Νταχάου”, όσο και αν δυστυχώς ανάμεσα μας υπάρχουν “συνάνθρωποι” μας που ονειρεύονται τέτοια “μαγαζιά”.

Σκάβοντας μια μεγάλη τρύπα στο έδαφος και χτίζοντας τη γύρω – γύρω με πέτρα, τούβλα και λάσπη, (οι πιο τυχεροί έχουν βρει από κάπου κάποιο μεγάλο πήλινο πιθάρι), φτιάχνεται ο ξυλόφουρνος. Σαν αυτόν που θυμόμαστε από τα χωριά μας, με τη διαφορά ότι βρίσκεται εντοιχισμένος στο έδαφος. Γυναίκες στο ζύμωμα, χωρίζουν το ζυμάρι σε μερίδες, άντρες που προσέχουν τη φωτιά και φουρνίζουν το ψωμί, παιδιά που παίζουν τριγύρω. Νέες θέσεις εργασίας που για κάποιες ώρες σε κάνουν να ξεχνάς την αναμονή σου. Την ίδια στιγμή που στις αποβάθρες του μετρό πέφτουμε σε κατάθλιψη κάθε φορά που θα τύχει να κλείσει στα μούτρα μας η πόρτα του συρμού, και το βλέμμα μας πέφτει πάνω στο χρονόμετρο που μας ενημερώνει ότι το επόμενο τρένο θα έρθει σε δέκα λεπτά.

Το ψωμί που παράγεται στους φούρνους εκτός από τις ανάγκες σίτισης της οικογένειας διανέμεται και στον υπόλοιπο καταυλισμό. Δεν ξέρω σίγουρα αν γίνεται με κάποιο μικρό αντίτιμο, αφού η ανάγκη για μεροκάματο είναι κοινή για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας μας πόσο μάλλον για τους ξεριζωμένους. Προσωπικά πάντως, εμένα με φιλέψανε ψωμί. Όλες τις φορές κερασμένο και ποτέ κανείς δεν πήρε λεφτά, όσο και αν παιζόταν η σκηνή του «θείου που χαρτζιλικώνει τον ανιψιό».

Όσο παρακολουθώ τη μεταναστευτική και προσφυγική κρίση (αλήθεια πότε θα σταματήσουμε αυτόν τον διαχωρισμό) στη χώρα μας, μπορώ να πω ότι οι νηστικοί δε με άφησαν πεινασμένο ποτέ. Φαγητό και τσιγάρα, ότι είχε ο καθένας, όσο μπορούσε να δώσει όλα κερασμένα από όπου και να πέρασα. Νόστιμα όλα, ακόμα πιο νόστιμα τα συναισθήματα τους όταν μοιράζονται το φαγητό τους.

Η Μόρια είναι γεμάτη με σκηνές δυστυχίας, τόσο από τους πρόσφυγες και μετανάστες όσο και από τους ντόπιους. Όλοι έχουν το δίκιο τους όλοι έχουν τους σωστούς και τους λάθος τρόπους για να διεκδικήσουν αυτό που τους αξίζει. Οι μεν το διαβατήριο για να ξεκινήσει πάλι η ζωή τους, οι δε την καθημερινότητα τους όπως τουλάχιστον εγώ τη γνώρισα όταν βρέθηκα στο νησί το 2012 να υπηρετήσω τη μαμά πατρίδα. Μια μαμά που δεν υπηρετεί καθόλου τα παιδιά της και παιδιά της είναι όλα όσα ζουν και αναπνέουν στα εδάφη της. Παιδιά της με διαφορετικές ανάγκες σίγουρα αλλά μια καλή μάνα προσπαθεί τουλάχιστον να τα φροντίσει όλα, όπως μπορεί. Τουλάχιστον να φροντίσει να μην πεινάσουν. Αυτή η έκφραση που ακούγαμε από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας και τους γονείς μας, «για όλους έχει ο Θεός». Τελικά, όμως έχει για όλους; Τελικά, αυτή η μάνα είναι καλή; Ή θα συνεχίσει να αφήνει τα παιδιά της στη μιζέρια και την αναμονή;

Όσο οι φούρνοι στη Μόρια θα καίνε και θα φουρνίζουν ψωμί θα διατηρείται ζεστή και φρέσκια η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Όσο οι άνθρωποι θα ιδρώνουν από το ζύμωμα του ψωμιού άλλο τόσο θα συνεχίσει να ζυμώνεται η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων.

Το φρέσκο ψωμί της Μόριας θα είναι εκεί για να μας θυμίζει πως η ζωή είναι μια διαρκείς μάχη ανάμεσα στο δίκιο και στο άδικο, ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και τη μικροπρέπεια, ανάμεσα στην εκμετάλλευση και τον αλτρουισμό, στην υποκρισία και την ειλικρίνεια.