ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Ο συγγραφέας, ποιητής και πρώην δημοσιογράφος στην «Αυγή» και τα «Νέα», Μήτσος Κασόλας μιλά για τον Βάρναλη που γνώρισε

«Δεν ξέρω αν αυτό το είπε σε μένα ή σε άλλον. Όπως έξυνε τα μολύβια του κι έσβηνε κι έγραφε, μια θαυμάστριά του έσκυψε από πάνω από το χρονογράφημά του. Τότε, εκείνος με τη χούφτα του σκέπασε το κείμενο. ‘Μα, γιατί το σκεπάζετε;’, τον ρώτησε. ‘Κι εσύ, κορίτσι μου, σκεπασμένο το έχεις’, της απάντησε».

«Ήταν μεγάλος χιουμορίστας και ερωτικός. Πώς μπορεί να μην είναι ερωτικός ο Βάρναλης;» δηλώνει στην “Αυγή” ο συγγραφέας, ποιητής και πρώην δημοσιογράφος στην “Αυγή” και τα “Νέα”, Μήτσος Κασόλας, που τον είχε γνωρίσει. Υπήρξε ένας από τους πολλούς μαθητές του. Όχι με τη στενή έννοια του όρου, αλλά μ’ εκείνη της επιρροής που ασκούσε μέσα από το έργο του ο μεγάλος ποιητής. «Αγαπούσα πολύ την ποίησή του. Την ήξερα απ’ έξω. Δεν ήμουν ο μόνος, ήταν πάρα πολλοί άνθρωποι», μας λέει.

Χαρακτηριστικός είναι ακόμη ο διάλογος που είχαν με τον Βάρναλη σ’ ένα λεωφορείο για την Καισαριανή, τον οποίο είχε καταγράψει παλιότερα στην εφημερίδα:

«Ευτύχισα στη ζωή μου να γνωρίσω τον Βάρναλη. Την πρώτη φορά μέσα στο λεωφορείο της Καισαριανής, όπου του πρόσφερα τη θέση μου. ‘Καθήστε, κύριε Βάρναλη’. Οι επιβάτες γύρισαν με περιέργεια και τον κοιτούσαν και κάποιοι ξεστόμισαν: ‘Ο Βάρναλης!’. ‘Αυτός είναι ο Βάρναλης!’.

– Μου λέει, πού σε ξέρω εσένα;

– Δεν με ξέρετε εσείς, δάσκαλε, του λέω. Εγώ σας ξέρω.

– Κι από πού, παιδί μου;

– Από τα έργα σας κι από φωτογραφίες σας. Χαμογέλασε. Όταν κατεβήκαμε, μού “δωσε το χέρι του κι εγώ τό “σφιξα δυνατά.

– Πολύ δύναμη έχεις, βρε παιδί μου. Είσαι νέος, βλέπεις, εσύ… Εγώ έχασα τη δύναμή μου πια.

– Δεν την έχασες, δάσκαλε, εσύ την έβαλες μες στο έργο σου.

– Λες, μωρέ παιδί μου, λες; Και με κοιτούσε ολόισα. Πήγα κάτι να πω και τελικά κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Δεν βρήκα λόγια, ξαφνιάστηκα, από το ‘λες μωρέ παιδί, λες;’ ενός αναμφισβήτητα μεγάλου».

18 Σεπτεμβρίου 1964. Ο Μήτσος Κασόλας ήταν τότε 28 χρονών και είχε επισκεφθεί στο σπίτι του τον Βάρναλη για να του παραδώσει τις «Μικρές μαρτυρίες» του, την πρώτη του ποιητική συλλογή. «Είχα πάει το απόγευμα εκείνης της ημέρας για να του τη χαρίσω. Να είσαι νέος και να δώσεις στον Βάρναλη ποιήματά σου είναι μεγάλη τιμή για εσένα. Με δέχτηκε με ευγένεια και αργότερα με ρώτησε ‘πού ήσουν; γιατί εμένα με κάλεσαν στους γάμους της Βασίλισσας, αλλά δεν πήγα. Προτίμησα να πάω να δω τη Νανά (τη Νανά Καλιανέση που είχε τον Κέδρο). Γελάσαμε. ‘Όμως εγώ πήγα, δάσκαλε’».

Είχε πάει ως οπερατέρ, για να κινηματογραφίσει το γεγονός. Εκεί συνέβη ένα απρόοπτο. «Δάσκαλέ μου, έσκυψα να πάρω ένα πλάνο από κάτω προς τα πάνω. Κι έτσι όπως φύσηξε αέρας, είδα και το βρακί της Άννας Μαρίας. ‘Ε και τι χρώμα είχε’. “Κόκκινο είχε’. ‘- Ε, τότε, αφού είδες το βρακί της βασίλισσάς μας, είδες και τον κώλο της και τα ποιήματά σου θά “ναι καλά. Άσ” τα, θα τα διαβάσω’.

«Δεν ήταν τα πράγματα όπως σήμερα, που δίνεις σε κάποιον το βιβλίο σου και δεν απαντάει ποτέ», σημειώνει ο Μήτσος Κασόλας. «Τότε χάριζες τα βιβλία σου σε ανθρώπους του πνεύματος κι αυτοί απαντούσαν. Το άλλο ήθος της Αριστεράς, η οποία το έχει χάσει σήμερα», προσθέτει.

Από εκείνη τη μέρα, στο σπίτι του Βάρναλη, θυμάται ακόμη έναν διάλογο. «Συγχαρητήρια, του λέω, δάσκαλε, και για το βραβείο Λένιν που πήρατε (ήταν βραβείο αντίστοιχο του Νόμπελ για τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού).’ ‘Α, να ’ταν κι άλλο. Το “φαγα αυτό’. ‘Πώς, δηλαδή, το φάγατε, δάσκαλε;’ – ‘Είχαμε βάλει τα λεφτά του βραβείου σε μία βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι μου. Την τράβαγα εγώ κάθε τόσο, την τράβαγε η γυναίκα, άντε να παίρνω εγώ, άντε να παίρνει εκείνη, τον τελειώσαμε τον Λένιν. Τον φάγαμε’».

Μία ακόμη ιστορία που θυμάται συνέβη έξω από την πολυκατοικία που έμενε ο Βάρναλης. «Κατέβαινε από το σπίτι του κάτω στον δρόμο. Τότε ακόμη ήταν χωματόδρομοι. Κάποιοι πιτσιρικάδες που παίζανε, ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες και αγωνίζονταν ποιος θα έπαιρνε τη βασίλισσα. Βγαίνοντας ο Βάρναλης κλώτσησε, χωρίς να το θέλει, την πέτρα που υποτίθεται ήταν η βασίλισσα. ‘Μα, τυφλός είσαι, ρε γέρο; Δεν είδες ότι πάτησες τη βασίλισσα;’, του είπαν τα παιδιά. ‘Δεν το ήξερα ότι ήταν βασίλισσα, με συγχωρείτε’, τους απάντησε και άκουσε πίσω του: ‘ο βλάκας πίστεψε ότι η πέτρα ήταν η βασίλισσα’».

Ο Βάρναλης σύχναζε συχνά στον Κέδρο, όπως πολλοί ακόμη σπουδαίοι ποιητές και λογοτέχνες. «Κάποια στιγμή λέει στη Νανά Καλλιανέση: ‘Άμα πεθάνω, δεν θα ’ρχεσαι πίσω από το φέρετρό μου. Μπροστά από το φέρετρό μου θα είσαι.’ – ‘Γιατί, ρε ξεκουτιασμένε;’ – ‘Για να βλέπω τα ωραία σου καπούλια!’. Ήταν πολύ πνευματώδης». Αλλά και γενναιόδωρος με τους συναδέλφους του. Όπως θυμάται ο Μ. Κασόλας, «ο Βάρναλης είχε πει στον Νίκο Καββαδία ‘είσαι σπουδαίος ποιητής κι αφού δεν μιλάνε οι άλλοι για σένα, να μιλήσεις εσύ για τον εαυτό σου’. Καταλαβαίνεις τη μεγαλοσύνη του. Ήταν μεγάλος όμως και ο Καββαδίας, που δεν μίλησε ποτέ για τον εαυτό του.»

Καταλήγοντας, ο Μήτσος Κασόλας αναφέρει ότι ο ποιητής ήταν ακόμη γνωστός ως «Ο Βάρναλης με τη σβηστήρα. Είχε δύο-τρία μαύρα μολύβια, όχι στυλό, και μία σβηστήρα. Έγραφε κι έσβηνε. Έσβηνε κι έγραφε…».

Παπαντωνίου Κώστας

Μαρτυρίες: Πώς δούλευε ο Κώστας Βάρναλης

Η μεγάλη του καλημέρα στον λαό μας: Το χρονογράφημά του

…Συντάκτης στην «Αυγή» ήταν και ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, ο οποίος επί πολλά χρόνια, μετά το 1952, έγραφε το καθημερινό χρονογράφημα με τον γενικό τίτλο: «Λόγια που καίνε». Ο Γεράσιμος Σταύρου έδωσε μια ζωντανή εικόνα για το πώς δούλευε ο Βάρναλης στην εφημερίδα:

“Μεροκαματιάρης της πένας. Απ” τα ξημερώματα με τους πρώτους εργάτες ξεκινάει. Αν βρει κλειστή την πόρτα των γραφείων (της ‘Αυγής’) και αργεί να “ρθει ακόμα ο πρωινός κλητήρας, δεν το “χει τίποτα να μπει στην τύχη σ” ένα λεωφορείο, να πάει ώς το τέρμα και να γυρίσει.

Η μεγάλη του καλημέρα στον λαό μας: Το χρονογράφημά του. Στρώνεται στο γράψιμο σαν ν” αρχίζει μια χειρωνακτική εργασία. Βγάζει το σακάκι, ανασηκώνει τα μανίκια, απλώνει στο στήθος και στη μέση μια ποδιά, σαν τους καλφάδες στα τσαγκαράδικα, και πέφτει κυριολεκτικά με τα μούτρα πάνω στα χαρτιά του. Κάπου μια ντουζίνα καλοξυσμένα μολύβια έτοιμα προς δράσιν, θα σας απαντήσει πως δεν μπορεί αλλιώς να δουλέψει. Μόλις σπάσει ή λιώσει του ενός ή μύτη, αρπάζει τ” άλλο. Δεν μπορεί να σταματήσει. Είναι τα εργαλεία του δουλευτή που δεν τ” αφήνει να του παγώσουν τα χέρια. Έτσι κι ο σιδεράς έχει στη φωτιά τις αναμμένες σφήνες για να παίρνει τη μια όταν λιγοστεύει η κόκκινη φλόγα της άλλης. Με τον ίδιο τρόπο ο μπάρμπα – Κώστας μάς φτιάχνει τα ‘Λόγια που καίνε’. Α, εκείνα τα χειρόγραφα τι τραβάνε μαζί του. Αυτά, μάλιστα, θα τον νομίζουν έναν γέρο παράξενο. Και θα έχουν δίκιο. Δεν μουτζουρώνει ποτέ τη λέξη ή τη φράση που δεν του αρέσει για να προχωρήσει. Θα τη σβήσει με τη γομολάστιχα, να μην υπάρχει. Θα γράψει πάνω της την καινούργια – κι αυτό μπορεί να γίνει δύο και τρεις φορές, πέντε φορές. Ποτέ δεν αποφεύγει κάτι που τον ενοχλεί. Παλεύει ακούραστος με την έκφραση. Γι” αυτό είναι θριαμβευτής της…”.

Αυτό το πορτραίτο την ώρα της δουλειάς, την απόλυτη ευσυνειδησία και τον αγώνα για τη σωστή και ακριβή έκφραση, τα βρίσκει κανείς σε όλα τα «δημοσιογραφικά» κείμενα του Βάρναλη.

Στα 1951, ο Βάρναλης δούλευε στην εφημερίδα «Προοδευτικός Φιλελεύθερος» του Νίκου Ευαγγελόπουλου, που στήριξε την ΕΠΕΚ του Πλαστήρα. Στην ίδια εφημερίδα έγραφε σαν σχολιογράφος, αλλά και κινηματογραφικός κριτικός, ο Γιάννης Μαρής – Τσιριμώκος. Είχαν κι οι δύο τα γραφεία τους δίπλα και μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο. Ήταν στενοί φίλοι και η φιλία τους διήρκεσε πάντα το ίδιο θερμή μέχρι το τέλος της ζωής του ποιητή. Σ” ένα κείμενό του αφιερωμένο στον Βάρναλη, ο Μαρής θυμόταν:

«Είναι γνωστό σε ποια τελειότητα έφτασε ο ποιητής το εκφραστικό του όργανο – τη γλώσσα. Η δημοτική του Βάρναλη είναι μια τέλεια δημοτική. Κι όμως ήταν δημοσιογράφος στην πιο επαγγελματική έννοια του όρου. Παράλληλα προς τις στήλες μας, γράφαμε τότε και τα αναγνώσματα της εφημερίδας. Ο Βάρναλης έγραφε ένα καθημερινό ανάγνωσμα με ρωμαϊκή υπόθεση, Αίμα και όργια στις όχθες του Τίβερη. Υποτίθεται πώς θα “πρεπε να “ναι πρόχειρο δημοσιογραφικό κείμενο. Ήταν ένα μικρό καθημερινό αριστούργημα. Σοφό από την άποψη της μελέτης των λατινικών κειμένων και πηγών, συναρπαστικό σαν ανάγνωσμα, άψογο σαν λογοτέχνημα. Το ταλέντο, τη σοφία του, το κέφι και κυρίως το θαυμάσιο τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσε τη γλώσσα τα έβαζε όλα με επιμονή και προσπάθεια στο “εφήμερο” δημοσιογραφικό του κείμενο…».

Και ο Γιάννης Μαρής συνέχιζε: «Ο Βάρναλης ήταν κι έμεινε πάντοτε ένας ελεύθερος άνθρωπος. Ακολουθούσε μια ιδεολογία, αλλά, αντίθετα με τους άλλους ποιητές της παρατάξεώς του, δεν έγραψε ποτέ -τουλάχιστον απ” όσο ξέρω- έναν στίχο που να υμνεί κάποιον ισχυρό “αρχηγό” της παρατάξεώς του. Τα φαινόμενα αυλικής υμνολογίας, που εξευτέλισαν άξιους ποιητάς και στην Ελλάδα και έξω, δεν συναντιούνται σε κανένα στίχο του Βάρναλη. Πίστευε -και το υποστήριζε- πως η Τέχνη είναι μια αυτόνομη κοινωνική λειτουργία. Πως δεν πρέπει να επιδιώκει παιδαγωγικούς ή άλλους σκοπούς. Πως κύριος σκοπός της είναι η πνευματική απόλαυση που προσφέρει. Αν η τέχνη του υπήρξε επαναστατική, είναι γιατί ο ίδιος ένιωθε έτσι, κι όχι γιατί την έβαλε στην υπηρεσία της ιδεολογίας του. Μου έλεγε:

– Τι να σου πω, μ” ευχαριστεί να γράφω εδώ (στον ‘Φιλελεύθερο’). Γιατί μπορώ να έχω σαν θέμα στο χρονογράφημά μου, για ένα ωραίο πρωινό, για ένα ωραίο κορίτσι, για μια αχτίδα του ήλιου που παίζει με το μελανοδοχείο μου, χωρίς αναγκαστικά όλα αυτά να έχουν σχέση με την… πάλη των τάξεων.

Διαφωνεί κανείς με την ιδεολογική παράταξη του Βάρναλη. Είναι όμως δύσκολο να αρνηθείς ότι στην επαναστατική ιδεολογία τον Βάρναλη τον οδήγησε η αγανάκτηση για έναν κόσμο που τον έβρισκε -και μήπως δεν είναι;- άδικο και η αγάπη του για τον άνθρωπο. Τραγούδησε την ιδέα στην οποία πίστεψε, αλλά ποτέ τα καθεστώτα (που διέψευσαν τις ελπίδες που η ιδέα γέννησε)».

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Λεονταρίτη “Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία της Αριστεράς. Αναζητώντας τη χαμένη Αριστερά” (εκδόσεις Άγρα)