ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Ιδέες

«Στη σήραγγα του χρόνου»

«Ποιος είναι αυτός; Ο Παπαδόπουλος;» ρώτησα. «Όχι, ένας που λέει τις ειδήσεις» μου είπε ο ξάδελφός μου. Ανυποψίαστος, προχθές έπαιζα στη φουρτούνα του Καρλοβάσου, σήμερα στη μεγαλούπολη χάζευα πίσω από τη βιτρίνα τα πρωτοφανή της τηλεόρασης. Τα βράδια στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στην οδό Σύρου, κοντά στη δημοτική αγορά Κυψέλης, μαζευόταν κόσμος και έβλεπε τις «χιονισμένες» μεταδόσεις. “Αθλητική Κυριακή” ιδίως.

Επιτέλους, σε λίγες μέρες έφτασε και στο σπίτι. Ήταν μια υπέροχη Loewe opta 21 ιντσών. Την αγόρασε ο θείος (ο πατέρας ήταν στο Παρθένι Λέρου, μετά από τη Γυάρο…). Μαγεία. «Μπονάντσα», «Λόου Ρέιντζερ», «Μάνιξ», «Πράκτωρ Σμαρτ», «Μάχη», ο «Φυγάς», «Στη σήραγγα του χρόνου», (το ηλίθιο και πληκτικό «Πέιτον Πλέις» το σιχαινόμασταν τα παιδιά). Συνεχές σινεμά. Το «Σινεάκ» στο σπίτι μας.

Στην οδό Σποργίλου ήταν μια τριπλοκατοικία με αρτιφισιέλ σοβά και έναν καταπιεστικό γείτονα, που, επειδή κοιμούνταν το μεσημέρι, εμείς, τα έξι παιδιά (αδέλφια – ξαδέλφια), έπρεπε να σκάμε. Ο θείος και οι μεγάλοι άκουγαν προσεκτικά ραδιόφωνο, Ντόιτσε Βέλε, το σχόλιο του χοντροφωνά Σχοινά, την εκφώνηση του Μπακογιάννη, το σήμα του Μίκη, ενορχηστρωμένο νομίζω από τον Μαρκόπουλο. Επίσης «εδώ Λονδίνο», «Παρίσι» με τη Δεμίρη, «Μόσχα», «Φωνή της αλήθειας» κ.λπ.

Η «Αυγή» φυσικά είχε απαγορευτεί, η δε «Καθημερινή» είχε κλείσει. Οι αριστεροί και κεντροαριστεροί διάβαζαν «Τα Νέα», οι κεντρώοι «Βήμα», οι δημοκράτες δεξιοί «Βραδυνή». Οι χουντικοί αγόραζαν τον «Ελεύθερο Κόσμο» του Σάββα Κωσταντόπουλου.

Οι δημοκρατικοί πολίτες διάβαζαν εφημερίδες προσπαθώντας να βρουν κάτω από τις γραμμές το σχόλιο, τον υπαινιγμό. Μια μορφή μοντάζ αποκαλύπτει το πολιτικό τοπίο χωρίς να το περιγράφει.

Οι υπόλοιποι, οι αδιάφοροι, οι «κοιτάζω τη δουλειά μου», οι «στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει», οι «μπιλιάρδο και πρέφα στο καφενείο με τον Ενωματάρχη», θα προσανατολίζονταν αναλόγως με το φύσημα του (εξουσιαστικού) ανέμου. Όλοι όμως προσπαθούσαν να αγοράσουν ένα αυτοκινητάκι, να πάνε τα παιδιά για μπάνιο στη Βουλιαγμένη, προσπαθούσαν να εξοφλήσουν το (ελληνικό) ψυγείο Ιζόλα, να πάρουν τηλεόραση, να πάνε γήπεδο, να ντυθούν με τα καλά τους την Κυριακή.

Στον άλλο κόσμο, όχι τον «ελεύθερο», τον κόσμο της μειοψηφικής Αριστεράς, των ριζοσπαστικοποιημένων δημοκρατών, της σπάνιας ράτσας της εξορίας, της σιωπής, των μεταφράσεων, των κρυμμένων βιβλίων, των ξυλόγλυπτων, των μοναχικών γυναικών που έμειναν πίσω (αυτών που πάντα παραλείπει η Ιστορία, αυτών που μαραίνονταν όμορφες και νέες, χωρίς να πιέσουν «να υπογράψεις γιατί έχεις οικογένεια», αυτών των γυναικών – ιδανικών – ανατρεπτικών υποδειγμάτων), κυριαρχούσε η θλίψη, η αίσθηση ότι «με ξέχασαν όλοι» εκτός από την οικογένεια και λίγους συντρόφους (οι μισοί, γιατί οι υπόλοιποι, μετά τη διάσπαση, δεν μιλιόντουσαν).

Στο Παρθένι της Λέρου το στρατόπεδο εξορίστων ήταν στις παλιές ιταλικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Μπροστά ένας κόλπος, πίσω από το συρματόπλεγμα διανοιγόταν ο θαλάσσιος ορίζοντας, μπορούσαν οι εξόριστοι να ονειρευτούν. Μέσα στις τεράστιες παλιές αποθήκες οι κρατούμενοι είχαν φτιάξει μικρά κελιά με μουσαμάδες προσπαθώντας για μια μικρή, κοινόχρηστη ιδιωτικότητα.

Πειθαρχημένοι στις βάρδιες καθαριότητας, στα μαγειρεία, στην ειδησεογραφική ενημέρωση, στα μαθήματα αγγλικών, ρώσικων, γερμανικών, γαλλικών, στα μαθήματα πολιτικής οικονομίας, Ιστορίας, αρχαίων ελληνικών. Ανάλογα με το ιδεολογικό ρεύμα, διαμορφώνονταν και οι στενές σχέσεις. Πάνω απ’ όλα πειθαρχία και αλληλοστήριξη, ακόμα και με σκληρές διαφωνίες. «…Εσείς κι εγώ σύντροφοι επαγρυπνητές», όπως έγραφε ο Χρήστος ο Ρουμελιωτάκης στο ίδιο στρατόπεδο. Κληροδοτώντας…

Παλιά, φουτουριστική τηλεοπτική σειρά