ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

Ακόμη δεν κάλεσε ο Μιχ. Χρυσοχοΐδης τον «σκουπιδιάρη» Μπαλάσκα;

Πρέπει να έχει απομακρυνθεί πολύ από τις ουμανιστικές αξίες της και τις πολιτισμικούς της κώδικες μια κοινωνία για την «υπηρετούν»  ένστολοι που θεωρούν σκουπίδια τους ανθρώπους άλλων κοινωνιών.

Τι είπε για τους μετανάστες που «μάζεψε» η ΕΛΑΣ από τα Εξάρχεια ο συνδικαλιστής αστυνομικός Σταύρος Μπαλάσκας  και πώς, προσπαθώντας να το μαζέψει  μετά το  σάλο, το έκανε χειρότερο είναι γνωστό.  Και ότι  διατάχθηκε ΕΔΕ από την υπηρεσία του αναμενόμενο και προφανώς άκαρπο..

Αλλά η σωστή κίνηση δεν έγινε ακόμη: να τον φωνάζει στο γραφείο του ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.

Όχι να τον τιμωρήσει ως υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Ούτε για να νουθετήσει έναν αστυνομικό που έχει αυξημένο ρόλο. Ούτε φυσικά για να το απειλήσει ή  να του αστράψει δυο ανάποδες.

Να τον φωνάξει για να του πει κάποια πράγματα τα οποία ασφαλώς ουδείς άλλος προϊστάμενος του σ’ αυτή τη δουλειά δεν του έχει πει μέχρι σήμερα.

Να του  εξηγήσει ότι αυτοί οι άνθρωποι που ο ίδιος θεωρεί ότι μπορούν να μαζευτούν σαν «σκουπίδια» είναι πρόσωπα με τα στοιχεία που έχει και ο ίδιος.

Ότι έχει ο καθένας την ιστορία του και, αν  έβρισκε τρόπο να την πει, θα έλιωναν και τα σίδερα.

Εκεί πίσω στην πατρίδα του πέρασε πολλά και άφησε ανθρώπους που συνεχίζουν να τα περνούν. Απείρως χειρότερα από όσα πέρασε ο ίδιος για να φτάσει ως την Ελλάδα και συνεχίζει να περνάει.

Ότι έχουν  χαροκαμένους γονείς και παιδιά  με θλιμμένα μάτια, που όταν δεν αποδεκατίζονται από τις ασθένειες συντρίβονται από την περιφρόνηση που βλέπουν στα πρόσωπα των «φιλόξενων» Ελλήνων.

Ότι είναι άνθρωποι με ήθος, με αξιοπρέπεια, με τα δικά τους πιστεύω, τις φιλοδοξίες τα όνειρα τους και τις ευαισθησίες τους.

Έχουν τα ταλέντα τους που ποτέ δεν θα μπορέσουν να εκδηλώσουν και τους καημούς που δε  θα πουν σε κανένα- πέρα από αυτούς με τους ο ποιος μοιράζονται το ίδιο καταγώγιο. Κι αυτό όταν το επιτρέπει η αγριάδα που γεννάει σ’ αυτούς τους χώρους η  ανάγκη της επιβίωσης.

Ότι έχουν μια πατρίδα που δεν θα ξαναδούν ποτέ, όπως δεν θα ξαναδούν συγγενείς και φίλους.

Να του εξηγήσει ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης του Μπαλάσκα, ότι είναι άνθρωποι που έχουν μορφωθεί ή θέλουν να μορφωθούν. Έχουν δεξιότητες. Θέλουν να εργαστούν, να ζήσουν, να διασκεδάσουν, να ερωτευτούν, να κάνουν οικογένεια ή να συντηρήσουν αυτή που έχουν. Αυτά δεν είναι μόνο δικά του προνόμια.

Να του πει ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι το «άλας της γης», για την γερασμένη  Ευρωπη-  που ευθύνεται καθ’ ολοκληρία για τη  δυστυχία τους. Για αιώνες λεηλατεί τον πλούτο της γης τους για  να καλοπερνάει, οργανώνει  εγκλήματα, διώξεις, γενοκτονίες, σκλαβοπάζαρα  σε βάρος τους – και πέπλα σιωπής για να τα σκεπάζει.

Να του πει ότι στις χώρες από τους οποίες προέρχονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, νόμιμοι ή παράνομοι, οι Δυτικοί χρωστάμε, δεν μας χρωστούν.

Τους χρωστάμε τον πολιτισμό τους που σε πολλές περιπτώσεις είναι παλαιότερος από τον ελληνικό, την ελπίδα που τους στέρησαν οι ξένες επεμβάσεις που τους καταδίκασαν στη φτώχεια.

Όπως και τους χρωστάμε  σήμερα την εργασία που προσφέρουν στα ευρωπαϊκά σπίτια, στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, με κακές συνθήκες και  κάκιστες αμοιβές πολύ συχνά.

Να του πει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι «κακομοίρηδες», όπως τους χαρακτήρισε και το εννοεί. Κακομοίρης είναι ο ίδιος. Αυτοί  απλώς είχαν κακή μοίρα, επειδή οι «πολιτισμένοι λαοί» το επέβαλαν για να τους εκμεταλλευτούν και να τους κλέψουν ότι τους ανήκε..  Και ότι μπορεί να συμβεί στον οποιανδήποτε.

Αυτά να πει στον «σκουπιδιάρη» Μπαλάσκα το παιδί το Νησί  Ημαθίας που «κοιμόταν  κάτω από τα δέντρα  και ήταν διαρκώς σαν αγρίμι»

Και  ότι αν έχει γραφείο σήμερα στον 7ο όροφο του κτιρίου της Κατεχάκη, είναι γιατί  δεν βρέθηκε κανένας Μπαλάσκας να τον «σκουπίσει», όταν δούλευε στα χωράφια ήλιο με ήλιο και τα βράδια έκανε τον «πανηγυρτζή»,  με το ακορντεόν του.

Να τον κοιτάξει στα μάτια και να του πει  ότι  το πρώτο που οφείλει σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι σεβασμός.  Και ότι σε  ολόκληρο τον πλανήτη «τα σκουπίδια τραγουδάνε ακόμη».