ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτική

Πως πρέπει να λειτουργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ της επόμενης ημέρας

Για το πώς πρέπει να λειτουργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ της επόμενης μέρας μιλάει σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» ο τέως υπουργός Υγείας και βουλευτής Ρεθύμνου, Ανδρέας Ξανθός. Θεωρεί βασικό το γεγονός ότι πέραν της διεύρυνσης, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συζητήσει τους λόγους της εκλογικής ήττας στην πορεία του προς το συνέδριο. «Ο απλός κόσμος που μας στήριξε θέλει να καταλάβει τι συνέβη και γιατί μια κυβέρνηση, η οποία όντως επιτέλεσε ένα πάρα πολύ κρίσιμο έργο και έβγαλε τη χώρα από την κρίση, δεν επιβραβεύτηκε», υποστηρίζει. 

Οι συζητήσεις για την επόμενη μέρα στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν ξεκινήσει και ενώ εκφράζονται φόβοι και επιφυλάξεις, ακούγονται ευχολόγια κ.λπ., μέχρι στιγμής δεν έχουμε ακούσει να γίνεται κουβέντα για το τι έφταιξε και χάθηκε η μάχη των εκλογών. Θα πάτε στο συνέδριο, θα προχωρήσετε σε ένα νέο σχήμα χωρίς να κοιτάξετε πίσω;

Στις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη μια πολιτική ήττα η οποία όμως ήταν απολύτως διαχειρίσιμη και σε καμιά περίπτωση δεν ήταν στρατηγικού χαρακτήρα, όπως επιδίωκαν η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Το 31,5% μας δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουμε με νηφαλιότητα στην αναγκαία αναδιοργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ και να ασκήσουμε τον ρόλο μας ως μια αξιόπιστη προγραμματική αντιπολίτευση.

Θεωρώ όμως ταυτόχρονα επιβεβλημένη μια ανοιχτή και ειλικρινή πολιτική συζήτηση στις οργανώσεις μας, δίνοντας την ευκαιρία στα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να συμβάλουν σε μια σοβαρή αποτίμηση του κυβερνητικού έργου, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε αυτά τα τέσσερα χρόνια, αλλά και εντοπίζοντας λάθη, ανεπάρκειες και αδυναμίες.

Υπήρξαν λάθη;

Για να διαμορφωθεί αυτό το αντι-ΣΥΡΙΖΑ κλίμα προφανώς και υπήρξαν λάθη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αντικειμενική βάση της δυσφορίας του κόσμου ήταν το πλαίσιο λιτότητας που κλήθηκε να διαχειριστεί ο ΣΥΡΙΖΑ με το τρίτο Μνημόνιο.

Εκτός όμως από το γεγονός ότι παρατάθηκε η μνημονιακή περίοδος με περιορισμούς, μέτρα και επιβαρύνσεις, σε ένα κομμάτι της κοινωνίας δημιουργήθηκε και ένα αίσθημα «δυσανεξίας» απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο προφανώς ανατροφοδοτήθηκε από τους πολιτικούς μας αντιπάλους, από την πλειονότητα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου, τα social media κ.λπ. Εμείς οφείλουμε να ανιχνεύσουμε τις βαθύτερες αιτίες που ένα τμήμα της κοινωνίας «τσίμπησε» σε αυτή τη μισαλλόδοξη ρητορική.

Πολλοί έχουν αποδώσει αυτή τη δυσφορία σε αλαζονικές συμπεριφορές ορισμένων στελεχών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Επιπλέον, σε αρκετό κόσμο δεν άρεσαν οι συνεργασίες με τη λεγόμενη «λαϊκή Δεξιά»…

Θεωρώ ότι δεν έγιναν λάθη στη στρατηγική των συμμαχιών. Υπήρξε μια επιλογή συνεργασίας «ειδικού σκοπού» με τους ΑΝ.ΕΛΛ. η οποία έληξε μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών και τη ρήξη με τον κ. Καμμένο.

Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η πολιτική προτεραιότητα ήταν να αναδιοργανωθεί η κυβερνητική πλειοψηφία και να διασφαλιστεί μια συμπαγής ομάδα η οποία να μπορέσει να συμβάλει στην ολοκλήρωση της θητείας και του έργου της κυβέρνησης. Έγινε μια προσπάθεια αμφίπλευρης διεύρυνσης με έμφαση όμως στο «άνοιγμα» προς την Κεντροαριστερά, ενώ άρχισε με σοβαρούς όρους η συζήτηση για μια νέα σχέση ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στην ευρύτερη προοδευτική παράταξη.

Στα περί αλαζονικής συμπεριφοράς τι απαντάτε;

Πρέπει να δούμε αν υπήρξαν συμπεριφορές -συλλογικές ή ατομικές- που συνέβαλαν σ’ αυτή τη «δυσανεξία» που ανέφερα προηγουμένως. Εγώ νομίζω ότι το θέμα αυτό είναι υπαρκτό. Επειδή υπήρχαν καλές προθέσεις, επειδή είχαμε το ηθικό πλεονέκτημα, επειδή έγινε προσπάθεια εξυγίανσης στον δημόσιο βίο και διερευνήθηκαν υποθέσεις διαφθοράς που στο παρελθόν «έμπαιναν κάτω από το χαλί», ακριβώς γι’ αυτό φάνηκε από την πλευρά μας να ενοχλούμαστε από κάθε κριτική, η οποία μπορεί να ήταν σκληρή, υπερβολική και άδικη, αλλά σίγουρα «πατούσε» σε πραγματικά προβλήματα τα οποία υπήρχαν στην κοινωνία και αφορούσαν την καθημερινότητα των πολιτών.

Ασυναίσθητα διολισθήσαμε στην πεποίθηση ότι η πολεμική εναντίον μας είναι μέρος ενός σχεδίου -που βεβαίως υπήρχε και ήταν η «αριστερή παρένθεση»-, αποδίδοντας όμως με ευκολία κάθε κριτική προς την κυβέρνηση σε μεθοδεύσεις των αντιπάλων και σε υπονόμευση των επιχειρηματικών και μιντιακών συμφερόντων.

Νομίζω ότι αυτό ενόχλησε ένα κομμάτι της κοινωνίας. Φάνηκε, δηλαδή, ότι η κυβέρνηση και τα στελέχη της δεν έχουν «ενσυναίσθηση», δεν έχουν συνείδηση των δυσκολιών και των αναγκών της κοινωνίας. Αυτή η εικόνα δημιούργησε ένα κλίμα δυσπιστίας και παρότι η κυβέρνηση είχε ένα αξιοπρεπές πολιτικό αφήγημα, φάνηκε από ένα σημείο και μετά να μην υπάρχουν πρόθυμοι ακροατές. Υπήρχε δηλαδή ένας κόσμος που είχε κλείσει τα αυτιά του και δεν ήθελε να ακούσει τίποτα γιατί είχε πειστεί ότι η κυβέρνηση φέρεται υπεροπτικά, αλαζονικά, χωρίς πραγματική διάθεση να σκύψει πάνω από τα προβλήματα και να κάνει τις απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις.

Υπήρχε δηλαδή επικοινωνιακό πρόβλημα;

Στην ουσία το επικοινωνιακό πρόβλημα που όλοι αναγνωρίζουμε ότι είχε αυτή η κυβέρνηση ήταν με μια έννοια πολιτικό πρόβλημα, αφού είχαμε δυσκολία να παρακολουθήσουμε τις διεργασίες που γίνονταν στην κοινωνία, στη συνείδηση των ανθρώπων και ειδικά των μεσοστρωμάτων που ένα μέρος τους επιβαρύνθηκε ακόμα περισσότερο.

Πότε θα τα συζητήσετε αυτά τα θέματα; Θα αποτυπωθούν στο συνέδριο; Γιατί μέχρι στιγμής το μοναδικό θέμα που φαίνεται να υπάρχει στην ατζέντα είναι η διεύρυνση και τα νέα μέλη… Δεν έχει ανάγκη ο κόσμος να τα ακούσει όλα αυτά;

Στην πορεία προς το συνέδριο του κόμματος και στα προσυνεδριακά κείμενα που θα υπάρξουν, όλα αυτά θα αποτυπωθούν. Θεωρώ ότι ήδη έγινε μια πρώτη συζήτηση στην Κεντρική Επιτροπή, όχι εκτεταμένη είναι αλήθεια, και ήδη έχει αρχίσει να γίνεται διάλογος αυτή την περίοδο σε ανοιχτές εκδηλώσεις και συνελεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία σε όλη την Ελλάδα. Εκεί οι πολίτες καταθέτουν την άποψή τους και εντοπίζουν προβλήματα.

Ο απλός κόσμος που μας στήριξε θέλει να καταλάβει τι συνέβη και γιατί μια κυβέρνηση η οποία όντως επιτέλεσε ένα πάρα πολύ κρίσιμο έργο, έκλεισε οριστικά τον κύκλο των μνημονίων και της δημοσιονομικής επιτροπείας και έβγαλε τη χώρα από την κρίση, γιατί αυτή η κυβέρνηση δεν επιβραβεύτηκε. Το ερώτημα αυτό πραγματικά βασανίζει τους ανθρώπους της Αριστεράς, τους προοδευτικούς ανθρώπους οι οποίοι πίστεψαν και είδαν στην πράξη ότι έγινε τεράστια προσπάθεια σε όλους τους τομείς.

Από τη στήριξη των αδύναμων και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους μέχρι το δημοσιονομικό «νοικοκύρεμα» και το μέτωπο απέναντι σε διαχρονικές παθογένειες και στρεβλώσεις της πολιτικής ζωής. Βλέπετε ότι κανείς από τη σημερινή κυβέρνηση δεν τόλμησε να κάνει λόγο για «καμένη γη».

Το κομβικό, λοιπόν, αυτό ερώτημα των αιτιών της ήττας θα διαπεράσει τον πολιτικό διάλογο μέχρι το συνέδριο. Θεωρώ ότι η συζήτηση για τον μετασχηματισμό και τη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως υπεκφυγή απέναντι σ’ αυτή την ανάγκη, ως μια προσπάθεια να «πετάξουμε την μπάλα στην εξέδρα». Η πολιτική συζήτηση για το αποτέλεσμα των εκλογών οφείλει να γίνει παράλληλα.

Ομως ο κόσμος ενδιαφέρεται κυρίως για το τώρα και το αύριο. Θέλει να πειστεί και να έχει λόγο σε αυτό, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να τιμήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών που τον ψήφισαν, του έδωσαν ένα ιδιαίτερα απλόχερο ποσοστό και τον ανέδειξαν στο μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς στην Ευρώπη.

Σ’ αυτή την κοινωνική επιρροή πρέπει τώρα να ανταποκριθούμε με συγκροτημένη, τεκμηριωμένη και μαχητική αντιπολίτευση, λειτουργώντας ως πολιτικό «ανάχωμα» σε προσπάθειες που έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται και αφορούν την επανίδρυση του πελατειακού κράτους, την ευνοιοκρατία, την υποχώρηση κοινωνικών κατακτήσεων και την επιβολή μιας νεοφιλελεύθερης ατζέντας.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να γίνουν κινήσεις που θα μας επιτρέψουν να διεκδικήσουμε την επάνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας, όχι προφανώς διευρύνοντας την εκλογική μας βάση με όρους πελατειακών σχέσεων και διαμεσολάβησης συμφερόντων, αλλά μέσα από έναν επικαιροποιημένο προγραμματικό λόγο με αριστερό «πρόσημο», που θα αφορά την κοινωνική πλειοψηφία.

Τι απαντάτε σε όσους κάνουν λόγο για «ιδεολογική άλωση» του ΣΥΡΙΖΑ λόγω της διεύρυνσης;

Θεωρώ ότι αυτή η ανησυχία είναι βάσιμη και πρέπει να μπουν «δικλίδες ασφαλείας». Το λάθος που κάνουν ορισμένοι άνθρωποι της Αριστεράς είναι ότι έχοντας στο μυαλό τους την περίοδο που η σοσιαλδημοκρατία ηγεμόνευε στον χώρο της ευρύτερης Κεντροαριστεράς και η παραδοσιακή Αριστερά αντιμετωπίζονταν ως ανισότιμο συμπλήρωμα (το γνωστό «ΠΑΣΟΚ και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις»), δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό τώρα έχει τελειώσει οριστικά.

Οχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη η σοσιαλδημοκρατία ηττήθηκε στρατηγικά, ακριβώς επειδή συνέπλευσε με τη νεοφιλελεύθερη γραμμή και υιοθέτησε δεξιά -πολλές φορές ακόμα και ακροδεξιά σε θέματα όπως το μεταναστευτικό- ατζέντα. Στην Ελλάδα ηττήθηκε και για επιπλέον λόγους, κυρίως επειδή ταυτίστηκε με το πελατειακό σύστημα και την εκτεταμένη διαφθορά. Τώρα λοιπόν γίνεται μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης αυτού του χώρου αλλά με όρους πολιτικής ηγεμονίας της Αριστεράς ως ιδεολογικού, αξιακού και προγραμματικού προτάγματος.

Νομίζω ότι αυτό δεν αμφισβητείται ούτε από τους ανθρώπους που έχουν πολιτική προέλευση από το ΠΑΣΟΚ. Στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από τη λαϊκή βάση του ΠΑΣΟΚ και δεν είχαν ποτέ σχέση εξάρτησης από το κόμμα, δεν ευνοήθηκαν από την πολυετή διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ήταν ψηφοφόροι αλλά δεν είχαν σχέση ιδιοτελούς συναλλαγής.

Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι έρχονται στον ΣΥΡΙΖΑ τώρα που είναι στην αντιπολίτευση και όχι όταν ήταν στην εξουσία. Το «αντίδοτο» στον κίνδυνο της «πασοκοποίησης» είναι η συλλογική πολιτική λειτουργία, οι κανόνες και οι αρχές, η λογοδοσία των στελεχών, δηλαδή η Δημοκρατία.