ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτισμός

Οι «Αγιοι τρελοί»

Ο τίτλος αφορά βεβαίως τους Ελληνες, τους σύγχρονους μάλιστα, όπως τους βλέπει και τους καταγράφει ο συγγραφέας Θόδωρος Παγιαυλάς στο βιβλίο του «Η “Αγια τρέλα” των σύγχρονων Ελλήνων» και υπότιτλο «Μια εισαγωγή στους τρόπους των Ελλήνων».

Πρόκειται για ένα χαρούμενο, τρυφερό, ψυχαγωγικό, ελαφρά αμέριμνο, λαϊκό πρωτίστως, λυσιτελέστατο δε, ακριβώς διότι καταφέρνει να τέρψει τον αναγνώστη και να συνομιλήσει [το βιβλίο] μαζί του. Μπορεί κανείς να μη συμφωνήσει με τα οιονεί αποφθέγματα του συγγραφέα, θα γελάσει όμως και ίσως προβληματιστεί με την απόπειρά του να καταλήγει σε ορισμούς. Οι ορισμοί άλλοτε τονώνουν το ηθικό όσων νιώθουν Ελληνες και άλλοτε το κεντρίζουν [γιατί είναι και μερικά πράγματα που τα κρύβουμε βαθιά μέσα μας επειδή οχλούν, πειράζουν και ταράσσουν την ιδεολογία μας].

Γράφει, δ.χ.: «Εμείς οι Ελληνες -και εδώ γενικεύει αλλά το αντιπαρερχόμαστε- ζούμε στη Δύση αλλά τρώμε, διασκεδάζουμε και ονειρευόμαστε στην Ανατολή».

Να δούμε και τούτο: «Το να νιώθεις Ελληνας είναι πάνω απ’ όλα στάση ζωής, ιδιοσυγκρασίας, πνευματικής συγγένειας παρά οτιδήποτε άλλο».

Επίσης: «Η γλώσσα μας είναι και η μόνη μας συντροφιά στους αιώνες της μοναξιάς των Ελλήνων».

Κι ένα τελευταίο: «Οι Ελληνες δεν είμαστε ένας περιπετειώδης λαός. Είμαστε οι ίδιοι μια περιπέτεια! Αλλά έχουμε το ειδικό προνόμιο της φωτοσύνθεσης».

Ακριβές οι παρατηρήσεις του για το πώς διαμορφώθηκαν οι τρόποι των Ελλήνων στα πολιτεύματα, στη λογοτεχνία, στην ποίηση και την τέχνη και κυρίως στον χορό και τη μουσική. Ο ελληνικός χορός είναι κύκλιος. Οταν κάποτε ο Κολοκοτρώνης, προσκεκλημένος του Οθωνα είδε ζευγάρια να αγκαλιάζονται, δεν κρατήθηκε και το ξεστόμισε, μπροστά σε όλους: «Μα αυτό δεν είναι χορός. Είναι μισό γαμήσι»!

Υπάρχουν πολλές ωραίες παράγραφοι που δίνουν ευχάριστα τον ιδεόκοσμο [και τον ψυχικό] του συγγραφέα· παρελαύνουν ο Καραγκιόζης, ο Μποστ, ο Ζορμπάς, ο Γλέζος, ο Ελύτης, ο εμφύλιος πόλεμος, η άμεση δημοκρατία κ.ά. (!), πολύ νόστιμα ομολογουμένως και κυρίως χωρίς εθνικές-ψυχικές προκαταλήψεις.

Η κατακλείς: Ο Γερμανός συγγραφέας Ερχαρτ Κέστνερ επιστρέφει το 1952 στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Επιθυμεί να επισκεφτεί την Κρήτη. Η γερμανική πρεσβεία στην Ελλάδα τον αποτρέπει. Νωπές και ανεπούλωτες γαρ οι πληγές από τη γερμανική κατοχή-βαρβαρότητα. Ξεροκέφαλος ο Γερμανός φτάνει στην Κρήτη. Επισκέπτεται το γερμανικό νεκροταφείο. Εκπληκτος αντικρίζει μια μαυροφορεμένη γυναίκα να ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών, μεθοδικά, από μνήμα σε μνήμα. Τη ρωτάει με τα ωραία ελληνικά του: Γιατί το κάνετε αυτό;

Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν τους Κρητικούς. -Ακου, παιδί μου. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης κι έμεινα με τον μονάκριβο γιο μου. Το 1943 μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο και πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο Σάξενχάουζεν. Δεν ξέρω πού είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω όμως ότι όλα τούτα ήσαν τα παιδιά μιας μάνας σαν κι εμένα. Ανάβω στη μνήμη τους επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να ’ρθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιου μου. Γράφει ο Γερμανός: «Αυτή η απάντηση μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί».