ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

Αφού σε ξεπλύναμε, πες κι άλλα…

Ο ακροδεξιός φοιτητής που ήταν φόβος και τρόμος στις αίθουσες της Νομικής πανηγυρίζει για το τέλος «της ανομίας της άκρας αριστεράς» στα Πανεπιστήμια

To έκπαγλον ήθος, η ξεδιαντροπιά και η οπισθοδρόμηση της κυβέρνησης που κλήθηκε από τον πάνσοφο ελληνικό λαό να απαλλάξει τη χώρα από την «κομμουνιστική λαίλαπα» του ΣυΡιΖαθα μπορούσαν να συνοψιστούν σε ένα τσιτάτο 18 λέξεων: «Ιστορική ημέρα: η Βουλή καταργεί το πανεπιστημιακό άσυλο, το άσυλο της ανομίας και της βίας της άκρας αριστεράς».

Υπογραφή, Μαυρουδής Βορίδης, το μεσημέρι της 8ης Αυγούστου 2019. Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ειδικευμένος όχι στην τσάπα, αλλά στο τσεκούρι.Ετών, 55. Δύο χρόνια μεγαλύτερος από εμένα.

Όταν η αφεντιά μου πέρασε τα πρώτα μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής, το όνομα «Βορίδης» ήταν ήδη θρύλος στο κτίριο της οδού Σόλωνος. Για την ακρίβεια, φόβος και τρόμος. Και όχι για την …ακροαριστερή δράση του ανδρός.

«Ανομία και βία της άκρας αριστεράς», ξεσπαθώνει σήμερα, ανερυθρίαστα. Θα μπορούσα να σας διηγηθώ χαρτί και καλαμάρι τις τραυματικές αναμνήσεις μου από εκείνα τα ρομαντικά χρόνια, τα ποτισμένα με το φοιτητικό αίμα αθώων και ενόχων και με τα τίμια δακρυγόνα του Δροσογιάννη. Ωστόσο, θεωρώ προτιμότερο να διαβάσετε το άρθρο του Πέτρου Κατσάκου, από την παλιά, καλή, αλήστου μνήμης, Ελευθεροτυπία.

Τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο συνάδελφος συνέβησαν στις 22 Απριλίου 1986, λίγες μέρες πριν τις φοιτητικές εκλογές εκείνης της χρονιάς και «καπάκι» στην 19η επέτειο της εθνοσωτηρίου, η οποία έβρισκε τους νοσταλγούς της Δικτατορίας στις επάλξεις.

Ο νυν υπουργός της αγροτιάς ήταν τότε γενικός γραμματέας της Νεολαίας της φιλοχουντικής ΕΠΕΝ, εκλεκτός του ίδιου του φυλακισμένου Παπαδόπουλου και διάδοχος του αγλαού Μιχαλιολιάκου. Κοστούμι και γραβάτα δεν είχε φορέσει ακόμη. Σημειωτέον, ότι η Εθνική Πολιτική Ένωσις έλαβε 2,29% των ψήφων στις Ευρωεκλογές του 1984, μολονότι νεοσύστατη, και έστειλε στις Βρυξέλλες έναν ευρωβουλευτή, τον τύποις αρχηγό της Χρύσανθο Δημητριάδη.

Έγραψε, λοιπόν, ο αυτόπτης μάρτυς Κατσάκος, για την «μαχαιριά που στάζει πύον»:

Κανείς δεν πρόλαβε να τους μετρήσει. Μπήκαν ουρλιάζοντας «κουμούνια θα πεθάνετε» και ανοίγοντας τα μαύρα δερμάτινα μπουφάν τους έβγαλαν τους σουγιάδες και όρμηξαν. Τρομαγμένοι αρχίσαμε να τρέχουμε δεξιά αριστερά ζητώντας καταφύγιο. Το πάτωμα γέμισε καφέδες, τσιγάρα και σημειώσεις. Έτρεξα στη σκάλα αριστερά. Λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν η «κατάληψη» της Β Θεολογικής. Ανεβαίνοντας τη σκάλα ένιωσα ένα κάψιμο στον δεξί μηρό. Δεν ασχολήθηκε άλλο μαζί μου. Με προσπέρασε τρέχοντας αφήνοντάς μου μόνο μια μαχαιριά. Μετά χτύπησε τον Γιώργο. Τον χτύπησε με το μαχαίρι στο κεφάλι. Ακολούθησε συμπλοκή με μέλη των Αριστερών Συσπειρώσεων που βγήκαν από τη Β Θεολογική. Άγριο ξύλο και πολλές μαχαιριές. Θυμάμαι μας πήγαν στον Ευαγγελισμό. Ο Γιώργος ήταν άσχημα χτυπημένος στο κεφάλι και τον κράτησαν. Οι περισσότεροι φύγαμε φοβισμένοι, χωρίς ράμματα για να μην δώσουμε τα στοιχεία μας και μπλέξουμε με μπάτσους και γονείς. Την άλλη μέρα η Ελευθεροτυπία έγραφε για 9 τραυματίες. Έκανα μέρες να ξαναπατήσω το πόδι μου στη σχολή. Άφησα την πληγή να θρέψει μόνη της σε ένα ημιυπόγειο στην Κυψέλη. Εκείνη που δεν έκλεισε, όμως, ήταν η πληγή στη μνήμη. Έσταζε αίμα κάθε φορά που τον έβλεπα. Σα γάγγραινα στο μυαλό ήταν όταν τον έβλεπα να καμαρώνει στο Κάραβελ δίπλα στον Λεπέν. Ένιωθα ένα κάψιμο όταν τον έβλεπα χρόνια αργότερα να μπαίνει στη Βουλή χέρι-χέρι με τον Καρατζαφέρη. Με έπνιγε η μπόχα όταν τον έβλεπα να ξεπλένεται σχεδόν κάθε βράδυ στην τηλεοπτική κολυμπήθρα. Όσο και να τον ξέπλυναν όμως, όσα συγχωροχάρτια και να του έδωσαν για την ακτιβιστική δράση των νεανικών του χρόνων, εγώ πάντα θα τον θυμάμαι με το σουγιά στο χέρι να ουρλιάζει «κουμούνια θα πεθάνετε» και κάθε φορά που τον βλέπω ασυναίσθητα θα αγγίζω μια παλιά μαχαιριά, που κάθε 22 Απριλίου στάζει πύον.

Αυτά τα εξαίσια συνέβησαν όχι στους δρόμους, όπου υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος της τσιμπίδας του νόμου (έστω, από τα αιμοσταγή Πασοκικά ΜΑΤ, που εξαπέλυαν «επιχειρήσεις αρετής» στα γειτονικά Εξάρχεια), αλλά μέσα στο ταλαίπωρο κτίριο της Νομικής. Μέσα. Στο αμφιθέατρο Σαριπόλων, αν δεν με απατά η μνήμη.

Μόλις την προηγούμενη μέρα, είχε πέσει άγριο ξύλο ανάμεσα σε ΔΑΠίτες και ΚΝίτες. Το κεντρικό συμβούλιο της ΕΦΕΕ συνεδρίαζε με αντικείμενο την υποβολή μήνυσης ενάντια στον φοιτητή της Νομικής Μάκη Βορίδη, τον φόβο και τον τρόμο που λέγαμε παραπάνω.  Για την …ακροαριστερή άνομη δράση του, ντε!

Ένα χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας, ο Βορίδης είχε διαγραφεί από τον Σύλλογο των Φοιτητών της σχολής από το 1985 κιόλας, ως φασίστας. Μάλιστα η πρωτοβουλία ανήκε στη ΔΑΠ του Κωστή Χατζηδάκη. Ναι, αυτού του Κωστή Χατζηδάκη. Η περίφημη φωτογραφία του Βορίδη με το τσεκούρι είναι από διαδήλωση της ίδιας χρονιάς.

Συνήθως, οι ομάδες κρούσης εμφανίζονταν στη Νομική τις βραδυνές ώρες, αλλά εκείνη η έφοδος έγινε πρωί, για να βλέπουμε και πού βαράμε, με σκοτώσουμε κανέναν και έχουμε άλλο.

Όλα αυτά τα θαυμαστά, συνέβησαν μέσα στο άσυλο του Ασύλου. Το Άσυλο, που πρόσφερε τότε άσυλο όχι στη «βία των Μαρξιστών», για την οποία μίλησε ο Βορίδης σε συνέντευξή του στον (εννοείται) Ελληνικό Κόσμο, ούτε στην «ανομία της άκρας αριστεράς», για να δανειστώ ξανά το χθεσινό του τιτίβισμα, αλλά στην ακραία βία της άκρας δεξιάς. Οι «μαρξιστές» είχαν σπάσει προεκλογικά τραπεζάκια. Οι ΕΠΕΝίτες έσπασαν κεφάλια. Μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας. Υπό την αιγίδα του ασύλου. Και φυσικά έφυγαν ανενόχλητοι.

«Νεανικές τρέλες», απαντάει μέσες άκρες ο Βορίδης, όποτε ερωτάται για το τσεκούρι του και για τους τραμπουκισμούς των συνοδοιπόρων του. Και γιατί όχι; Εφ’ όσον ο ελληνικός λαός τον ξέπλυνε ξανά και ξανά με την ψήφο του, δικαίως κοκορεύεται από το βήμα της Βουλής και παραληρεί για την «ανομία και τη βία της άκρας αριστεράς». Τώρα που απουσιάζουν από τα έδρανα οι Χρυσαυγίτες, πρέπει κάποιος να αναπληρώσει το κραυγαλέο κενό τους.

Περασμένα ξεχασμένα, βρε! Αφού σε ψηφίσαμε και μάλιστα αυτοδύναμο, πες κι άλλα! Εσύ μας αξίζεις, εσύ και οι όμοιοί σου, οπότε θα το καταπιούμε το πύον αδιαμαρτύρητα, μέχρι να φτάσει στο λαρύγγι.