ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

Ο πρωθυπουργός κ. Πονηρίδης

Απίστευτη γκάφα του Κυριάκου Μητσοτάκη στη νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας με θύμα τον Αλέξανδρο Σούτσο και τη «Μεγάλη Ιδέα».

Δεν θα έπρεπε να ξαφνιαστεί κανείς με το πρωτοφανές φιάσκο στο οποίο κατέληξε προχτές το απόγευμα στη Βουλή η πολυδιαφημισμένη νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Ο προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε να προβλέψει την κατάληξη αυτή, αν είχε παρακολουθήσει τα πρώτα λόγια του Κυριάκου Μητσοτάκη στην αρχική του ομιλία την περασμένη Δευτέρα.

Ο πρωθυπουργός είχε βασιστεί στα λόγια του σατιρικού ποιητή της μετεπαναστατικής Ελλάδας Αλέξανδρου Σούτσου: «Κύριε Πρόεδρε», ξεκίνησε την ομιλία του ο κ. Μητσοτάκης, «επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με μια ιστορική αναφορά: “Μέχρι τίνος το ελληνικόν αυτό κράτος, έχον σπιθαμιαίο το σώμα και υπερμεγέθη την κεφαλήν, θέλει, ως ραχιτικόν, ως εκτρωματαίον ανθρωπάριον, κινεί την οικουμένην εις γέλωτα;” Οταν ο Αλέξανδρος Σούτσος διατύπωνε το 1848 αυτό το καυστικό σατιρικό ερώτημα, το ελληνικό κράτος μόλις είχε ενηλικιωθεί. Δυστυχώς, εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, θα μπορούσε κανείς σε ένα βαθμό να κάνει την ίδια περιγραφή: κράτος με μεγάλο κεφάλι και σώμα σπιθαμής, ένα κράτος το οποίο συχνά εξακολουθεί να προκαλεί δάκρυα απόγνωσης στους πολίτες του. Και αυτό το κράτος έχουμε επιτέλους χρέος να το αλλάξουμε».

Αλαζονική τοποθέτηση

Η παράξενη αυτή αναφορά του κ. Μητσοτάκη πρόδωσε εξ αρχής την αμετροέπεια που διακρίνει την κυβέρνησή του. Γιατί αλήθεια είναι εξωφρενικό να προλογίζει ένας πρωθυπουργός νομοσχέδιο, λέγοντας ότι θα κάνει όσα δεν κατόρθωσε ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά ούτε και ο πατέρας του, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

Από την αλαζονική αυτή τοποθέτηση πήραμε όλοι μια γεύση τού τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Διότι αν οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού (Γεωργιάδης, Βορίδης και… Λούλης) τον έχουν πείσει ότι έχει το ανάστημα του εθνικού αναμορφωτή, τότε φοβάμαι ότι θα δούμε πολύ χειρότερα πράγματα και μάλιστα πολύ σύντομα.

Αλλά η υπόθεση δεν σταματά εδώ. Εχω την εντύπωση ότι την ιδέα για την αναφορά στον Σούτσο πρέπει να την εισηγήθηκε ο νέος διοικητής της ΕΥΠ, διότι μόνο ένα στέλεχος με το δικό του βιογραφικό θα παρέσυρε τον κ. Μητσοτάκη σε μια παρόμοια γκάφα. Ισως πάλι η έμπνευση να ανήκει στον Αδ. Γεωργιάδη, ο οποίος έχει διαπρέψει σε παρόμοιες φιλολογικές πατάτες.

Εξηγούμαι. Το παράθεμα αυτό του Αλεξάνδρου Σούτσου (1803-1863) περιλαμβάνεται στο έργο του «Η Ελληνεγερσία» και στο κεφάλαιο «Προς την Οθωμανικήν Ελλάδα» (Αθήνα 1848, σ. 20). Το έργο αυτό, ένα μικρό φυλλάδιο 22 σελίδων, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτά που φαντάζεται ο φουκαράς ο κ. Μητσοτάκης και ο όποιος υποβολέας του. Το «μικρό σώμα» του κράτους, για το οποίο μιλά ο Σούτσος, είναι η ελληνική επικράτεια της εποχής του, η οποία περιοριζόταν στη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και τις Σποράδες.

Ο Σούτσος δεν μιλά για «γραφειοκρατία», για «αθηναϊκό κράτος» κ.λπ., αλλά για το όραμα της απελευθέρωσης άλλων εδαφών με ελληνικό πληθυσμό, κάτι που άρχισε να πραγματοποιείται τη χρονιά που πέθανε, το 1863, με τα Επτάνησα, για να ακολουθήσουν η Θεσσαλία (1878-1881), η Ηπειρος, η Μακεδονία, η Κρήτη, τα νησιά του Αν. Αιγαίου (1913), η Δυτική Θράκη (1923) και τα Δωδεκάνησα (1947).

Οι φράσεις οι οποίες προηγούνται του παραθέματος που χρησιμοποίησε ο κ. Μητσοτάκης έχουν ως εξής: «Ελθετε, ω Ελληνες της ελευθέρας και της δούλης Ελλάδος! Ελθετε να συμπλάσωμεν την μεγάλην Ελληνικήν Βασιλείαν του Αλεξάνδρου, ή την Μεγάλην Ελληνικήν Αυτοκρατορίαν του Κωνσταντίνου!»

Η «Μεγάλη Ιδέα»

Με άλλα λόγια, ο Σούτσος διατυπώνει ένα κήρυγμα αλυτρωτισμού για την προσάρτηση νέων εδαφών στο «ραχιτικόν ανθρωπάριον». Αλλωστε είναι εκείνος ο οποίος έγραψε για «Μεγάλη Ιδέα» το 1843, ένα χρόνο προτού καθιερώσει τον όρο ο Ιωάννης Κωλέττης από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης.

Καμιά σχέση, λοιπόν, με αυτά που φαντάζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος μάλιστα έκλεισε την ομιλία του επαναλαμβάνοντας την ίδια γκάφα: «Κυρίες και κύριοι βουλευτές, είναι καιρός πια τα λόγια του Σούτσου που επικαλέστηκα στην αρχή, να μην προκαλούν πλέον το μειδίαμα του συμβιβασμού με το διαρκές βάλτωμα, αλλά να γίνουν αφορμή για μεγάλες παραδοχές και ριζοσπαστικές επιλογές. Εμείς οι ίδιοι καλούμαστε τώρα να αλλάξουμε τις ζωές μας, να αποκτήσουμε τον δυναμικό τρόπο διακυβέρνησης που χρειάζεται η χώρα και μαζί το σύγχρονο κράτος που μας αξίζει». Και αφού τα είπε αυτά ο αρχηγός, άρχισαν στη συνέχεια οι πιστοί βουλευτές του να επαναλαμβάνουν την ίδια παραπλανητική αναφορά στον Σούτσο (λ.χ. ο βουλευτής Καστοριάς Ζ. Τζηκαλάγιας).

Φοβάμαι ότι στην περίπτωσή μας ισχύει αυτό που έγραφε ο Σούτσος στον πρόλογο του ίδιου φυλλαδίου: «Οι Ελληνες θανατιώμεν σήμερον υπό στενόν σύστημα προσωπικής κυβερνήσεως, ενεργουμένης εν μέσω κύκλου μικρών ιδεών, μικρών ανθρώπων και μικρού κράτους» (ό.π., σ. 4).

Αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1843, ο Σούτσος είχε συγγράψει ένα «πολιτικό δράμα», το οποίο υποχρεώθηκε να εκδώσει στις Βρυξέλλες, προκειμένου να αποφύγει τη δίωξη από το μοναρχικό καθεστώς του Οθωνα. Ο τίτλος του έργου ήταν «Ο πρωθυπουργός» και πρωταγωνιστής στον ρόλο του πρωθυπουργού ο «Πονηρίδης». Ε, λοιπόν, αυτός ο κ. Πονηρίδης εμφανίζεται στους πρώτους διαλόγους του έργου να δηλώνει δημοκράτης και φιλολαϊκός, ενώ για να πείσει τον σοφό γέροντα «Αγαθόβουλο» υπόσχεται ελευθερία και μειώσεις φόρων: «Η γη να διανεμηθή και αύξησις των πόρων / Να γένη με την σύγχρονον ελάττωσιν των φόρων» («Ο Πρωθυπουργός και ο Ατίθασσος Ποιητής», δράματα πολιτικά, υπό Αλεξάνδρου Σούτσου, Εν Βρυξέλλαις, 1843, σ. 13).

Βέβαια αμέσως μετά την ανάληψη του πρωθυπουργικού αξιώματος, ο Πονηρίδης αποδεικνύεται αυταρχικός, αντιδημοκράτης και φορομπήχτης, ενώ θέτει πρώτο στόχο την ελευθεροτυπία: «Υπουργικόν Συμβούλιον πηγαίνω να καλέσω, / Την γλώσσαν την ακράτητον του Ελληνος να δέσω / Και, δίχως πλέον να ζητώ το ήθος μου να κρύψω, / Εις τον λιμένα της Αρχής την άγκυραν να ρίψω» (σ. 48).

Ισως θα ’ταν χρήσιμο στον κ. Μητσοτάκη να μελετήσει τον «Πρωθυπουργό» του Σούτσου και κυρίως να προσέξει στο τέλος την κατάληξη του κ. Πονηρίδη.