ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι

Αξίες και πάνω απο τον ΠΑΟΚ μας…

image
Σήμερα δεν έχω όρεξη να μιλήσω για μπάλα.

Παρά τη δύσκολη καμπή του πρωταθλήματος, τις πρόσφατες αλλαγές στην ομάδα του ΠΑΟΚ και τα προσεχή δύο κρίσιμα παιχνίδια με τον Ολυμπιακό για το κύπελλο, το μυαλό μου είναι αλλού.

Είναι σε εκείνα τα παιδιά που βλέπω όλο και συχνότερα σε κάποιο ελληνικό νησί βρεγμένα και τρομοκρατημένα. Κι έπειτα σε κάποια εθνική οδό να κουβαλούν τον σάκο του λες και κουβαλούν το μέλλον όλης της ανθρωπότητας ή ένα μήνυμα σημαντικό για μας που όμως ποτέ δε θα διαβάσουμε γιατί ποτέ δε θα τα πλησιάσουμε.

Είναι παιδιά σαν τα δικά μου και σαν τα δικά σας. Με μάτια πελώρια όλο απορίες, σαν των παιδιών μου και των παιδιών σας. Με όνειρα μεγάλα και αθωότητα αφοπλιστική, σαν των παιδιών μου και των παιδιών σας.

Οι γονείς τους, κάπου παραδίπλα, αφού σιγουρευτούν για την προσωρινή τους ασφάλεια, έχουν το νου τους στα χαρτιά τους, στους χάρτες της μεγάλης τους φυγής, στους αστυνομικούς, στους οδηγούς, στους μαυραγορίτες. Ακριβώς όπως τα παιδιά τους μοιάζουν με τα παιδιά μου και τα παιδιά σας, αυτοί οι γονείς – πρόσφυγες μοιάζουν με μένα και με σας. Μοιάζουν με τους παππούδες μας που ήρθαν σε αυτά τα χώματα έναν αιώνα νωρίτερα ή έφυγαν για την Αμερική, για την Αυστραλία, για την ίδια τη Συρία και τον Λίβανο και την Αίγυπτο.

Εχω δει τα παιδιά σας στο Facebook. Εχετε δει και τα δικά μου. Είναι τόσο όμορφα σαν αυτά τα παιδιά που στήνονται για να φωτογραφηθούν στους καταυλισμούς της ντροπής. Δεν ξέρουν τι συμβαίνει, δεν τους νοιάζει τι συμβαίνει. Κρατούν το χέρι του μπαμπά τους, όπως τα δικά σας παιδιά σφίγγουν εσάς και είναι όλα τους σίγουρα πως εκεί όπου πηγαίνουν τα πράγματα θα είναι καλύτερα. Ξέρετε γιατί; Γιατί πάντα οι γονείς θέλουν το καλύτερο για τα παιδιά τους. Κι αν είναι καλά τα παιδιά τους, τότε κι αυτοί δεν μισούν κανέναν, δεν θέλουν το κακό κανενός. Βαφτίζουν εκείνα τα χώματα πατρίδα τους και πεθαίνουν σ” αυτά.

Σήμερα αλλά και χθες και πλέον όλο και συχνότερα, δεν έχω διάθεση να μιλήσω για τον ΠΑΟΚ, για την τρέλα όλων μας να πάει καλά η ομάδα. Δεν έχω διάθεση για κριτική και για λαϊκά δικαστήρια. Αυτές οι μέρες κι όσες θα έρθουν τουλάχιστον τον επόμενο χρόνο, ανήκουν στην ανθρωπότητα και στην απελπισμένη προσπάθειά της να γράψει έστω ένα κεφάλαιο στο οποίο, θέλοντας και μη, πρωταγωνιστεί και η χώρα μου, η χώρα όλων μας, η Ελλάδα.

Μια Ελλάδα η οποία, μετά το πρώτο σοκ της κρίσης, βλέπει τα χρόνια να περνούν και η ίδια να μην βελτιώνει τη θέση της, αντίθετα συνεχώς να ολισθαίνει. Μια χώρα που μέσα στη φτώχεια της, στη ματαίωση των ονείρων της, στο γκρέμισμα όλων των βεβαιοτήτων της, βλέπει να ξαναπροβάλεται, να ξαναπαίζεται μπροστά στα μάτια της όλη η πρόσφατη Ιστορία της. Παίζεται η Ιστορία ενός αιώνα, από τις αρχές του 20ου μέχρι σήμερα. Τότε που τα σύνορα διαμορφώνονταν, οι ορδές των διωγμένων Πόντιων και Μικρασιατών έρχονταν στην μητέρα πατρίδα με μισή καρδιά ψάχνοντας αρχικά να επιβιώσουν και στη συνέχεια να φτιάξουν μια ζωή για τις επόμενες γενιές.

Δεν μπορεί να μην τα γνωρίζετε όλα αυτά! Δεν μπορεί να μην σας τα διηγήθηκαν οι παλιοί. Στο συλλογικό ελληνικό DNA όλα αυτά είναι πλέον αποτυπωμένα γιατί τα μάθαμε τόσο μικροί που για χρόνια νομίζαμε ότι τα ζήσαμε οι ίδιοι.

Θυμάμαι σαν χθες την διήγηση του Θείου μου του Γιώργου ένα πρωί που πήγαμε οι δυο μας για κυνήγι. Εγώ ήμουν 10 χρονών και τον ακολουθούσα παντού. Τον ρωτούσα για τις ηλικίες, τα χαρακτηριστικά των παππούδων που δε γνωρίσαμε, των τόπων από όπου ήρθαν, των χαμένων συγγενών στην μεγάλη καταστροφή. Είμαι σίγουρος πως τα ρωτήσατε κι εσείς αυτά στους δικούς σας: Πώς ήταν τα σπίτια εκεί; Γιατί έφυγαν; Αν έχασαν δικούς τους ανθρώπους…

Εκείνο το πρωί για το οποίο σας μιλάω, ο Θείος μου, έξι χρόνια μεγαλύτερος από τον πατέρα μου, ξεκίνησε να μου λέει για μια δύσκολη χρονιά το 1944 στη Φούστανη του νομού Πέλλας. Η οικογένεια είχε φύγει από την Ευκαρπία γιατί δεν υπήρχε τίποτα φαγώσιμο. Ενα πρωί όλη η οικογένεια πεινούσε. Ο παππούς μου βγήκε στο χωριό μήπως και γανώσει κάποια κατσαρόλα ή ένα γκιούμι με αντάλλαγμα λίγο τυρί ή κάποια αυγά. Μετά από ώρες γύρισε στον καταυλισμό με ένα κομμάτι μουχλιασμένο τυρί. «Δε θα ξεχάσω ποτέ το κλάμα του μπαμπά σου», μου αποκάλυψε ο Θείος. «Φώναζε στα τούρκικα εκμέκ – εκμέκ ζητώντας λίγο ψωμί και έκλαψε μέχρι να τον πάρει ο ύπνος νυστικό. Το τυρί δεν το έφαγε κανείς. Ηταν αδύνατο να χορτάσει κάποιος από μας όταν ένα τετράχρονο παιδί κοιμόταν νηστικό».

Για χρόνια νόμιζα πως αυτό το περιστατικό το είχα ζήσει ο ίδιος. Το προεφηβικό μυαλό μου το είχε βιώσει τόσο έντονα που λες και αποθήκευσε στον σκληρό μου δίσκο όλη τη μοίρα των προγόνων μου αλλά και των δικών σας οι οποίοι, ενωμένοι με όλο το έμψυχο υλικό της παλιάς Ελλάδας, έφτιαξαν αυτό που είμαστε σήμερα, αυτό που αποτελεί τον Ελληνισμό.

Γι αυτό σας λέω, και συγνώμη αν σας κουράζω, απόψε δεν έχω κουράγιο για ποδοσφαιρική συζήτηση. Αν θέλετε, πάμε να παίξουμε οι ίδιοι ποδόσφαιρο, όχι όμως να μιλήσουμε για το συμβόλαιο του Κάτσε και τα εκατομμύρια του Γιάννου. Θα ήταν προσβολή στη μνήμη όλων αυτών των δικών μας ανθρώπων που έκλαψαν νηστικοί σε κάποιον καταυλισμό, αν μοιράζαμε σήμερα σε μεταγραφές τα λεφτά του Ιβάν Σαββίδη! Πάμε να παίξουμε οι ίδιοι ποδόσφαιρο με μια μπάλα από παλιές εφημερίδες. Μού έλεγε χθες στο τηλέφωνο ο συνάδελφος Αντώνης Ρεπανάς ότι επάνω στην Ειδομένη, αν πετάξεις μια μπάλα στον καταυλισμό, γίνεται χαμός. Τα παιδιά γίνονται πάλι παιδιά κι όχι πρόωροι ενήλικες. Η χαρά είναι και πάλι χαρά κι όχι πρόβλημα. Οι ανάσες γίνονται έντονες για να πετύχουν το γκολ και όχι για να ξεφύγουν από τον κίνδυνο.

Εν μέρει τούς ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους. Ο Λειβαδίτης λέει πως «καθένας μας έχει μια μυστική περιουσία από ξεχασμένες ταπεινώσεις». Οι πρόσφυγες που βλέπω, την κουβαλούν μέσα τους αυτήν την περιουσία και κανένας μαυραγορίτης, όσο ακριβά κι αν τούς πουλάει το νερό, το αντιανεμικό, το αγώι μέχρι τα σύνορα, δεν μπορεί να τους την πάρει. Αντίθετα, τους την μεγαλώνει. Ας τους αγκαλιάσουμε, αν μπορούμε. Ας τους χαρίσουμε μια προίκα συναισθημάτων να την έχουν για όπλο στα επόμενα, αφιλόξενα ευρωπαϊκά κράτη όπου θα βρεθούν.

Αν δεν μπορούμε, για τους δικούς μας λόγους, να τους βοηθήσουμε, τουλάχιστον ας μην μαγαρίσουμε την αξιοπρέπειά τους. Ας μην μειώσουμε το μεγαλείο τους, ας μην λερώσουμε ένα όνειρο πανανθρώπινο, πέρα από εποχές, πέρα από τόπους. Ενα όνειρο που έκαναν και οι δικοί μας πρόγονοι και είναι αυτό το οποίο μας καθιστά «συγγενείς».

Καληνύχτα και καλό κουράγιο στην πάλη με την συνείδησή μας.