23 Μαΐου 2018 | Αλληλεγγύη |

«Ναν» σημαίνει ψωμί σε πολλές γλώσσες.

Η κουζίνα του «Ναν» είναι γεμάτη χρώματα και έντονες γεύσεις: οι συνταγές προέρχονται από τη Συρία, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη, το Πακιστάν – δηλαδή από τις χώρες καταγωγής των προσφύγων, αλλά υπάρχουν και πιάτα από την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα, μια αρμονική συνύπαρξη γεύσεων.

Το «Ναν» είναι ένα κοινωνικό εστιατόριο-καφέ στη Μυτιλήνη, που ιδρύθηκε από τέσσερις γυναίκες με στόχο να βοηθήσουν στις ανάγκες πρόσβασης στην εργασία τόσο των προσφύγων, όσο και των ντόπιων. Στο «The women power» όπως το αποκαλούν οι ίδιες, βρίσκεται η Έφη Λατζούδη, η Μέλπω Παπαδοπούλου, η Λένα Αλτίνογλου και η Ευγενία Τσιάκα, οι οποίες εκτός από ιδρύτριες του «Ναν» είναι και εθελόντριες που ασχολούνται χρόνια με το προσφυγικό.

Η ιδέα του «Ναν» ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια, όταν ακόμη δεν υπήρχε η μεγάλη κρίση του προσφυγικού. «Είχαμε πρόσφυγες που έρχονταν στο νησί και κάποιοι από αυτούς έμεναν, βλέπαμε ότι υπάρχει μεγάλο θέμα και με τους ντόπιους, με το να τους αποδεχθούν και να συνυπάρξουν, αλλά και με τους ίδιους, για να βρουν δουλειά και να επιβιώσουν εδώ», λέει η Έφη. Έτσι σκέφτηκαν ότι ένα εστιατόριο θα είναι μια πολύ καλή λύση συνάντησης προσφύγων με τους ντόπιους, αλλά και μια λύση για τα εργασιακά θέματα που οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν.

Το 2013, τα κορίτσια ήδη δούλευαν στο ΠΙΚΠΑ, έναν χώρο υποστήριξης προσφύγων όπου συμμετείχε μόνο η τοπική κοινωνία: «Μαζί με τις κοπέλες ήμασταν εκεί με έναν ρόλο ακτιβιστικό – εθελοντικό και τότε ξεκινήσαμε να συζητάμε τι άλλο μπορούμε να κάνουμε, πέρα από το να βοηθάμε τους ανθρώπους», συμπληρώνει η Έφη. Έτσι, δημιουργήθηκε η ιδέα του εστιατορίου. Μια από τις κοπέλες της ομάδας, η Μέλπω, είχε αυτόν τον χώρο, ο οποίος ήταν πρώην εστιατόριο και ήταν κενός, έτσι ξεκίνησαν να σκέφτονται με ποιον τρόπο μπορούσαν να τον ανακαινίσουν, με ποιον τρόπο θα τον χρησιμοποιούσαν και πώς θα γινόταν τελικά εστιατόριο.

«Η ιδέα είναι να δουλέψουν εδώ πρόσφυγες μαζί με Έλληνες. Να μοιραστούν διαφορετικές κουζίνες, από διαφορετικές χώρες, αλλά και τις συνταγές από την περιοχή μας»

Τότε, το 2015 που ήταν και η μεγάλη κρίση, ξεκίνησαν να συζητούν με ανθρώπους που έρχονταν για να βοηθήσουν στο προσφυγικό: «Τους λέγαμε ότι έχουμε αυτήν την ιδέα και υπήρξαν πολλοί άνθρωποι που βοήθησαν -κάποιοι που έφτιαξαν τη στέγη, κάποιοι που βοήθησαν στις εργασίες, κάποιοι που αγόρασαν εξοπλισμό-, κυρίως από εξωτερικό». Το εστιατόριο έχει στηθεί με πολλή αγάπη και μεράκι από πολύ κόσμο, άλλοι έβαψαν τους τοίχους εθελοντικά, άλλοι έψαξαν σε παλιατζίδικα, για να βρουν αντικείμενα και να διακοσμήσουν τον χώρο, ενώ τα περισσότερα αντικείμενα είναι χειροποίητα και δημιουργημένα με πολλή φαντασία.

Παρόλο που υπήρχε η προσπάθεια, λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών κυρίως, τελικά το «Ναν» άνοιξε τις πόρτες του φέτος στις 28 Μαρτίου. «Η ιδέα είναι να δουλέψουν εδώ πρόσφυγες μαζί με Έλληνες. Να μοιραστούν διαφορετικές κουζίνες, από διαφορετικές χώρες, αλλά και τις συνταγές από την περιοχή μας», τόνισε η Έφη.

Ένα μεγάλο κομμάτι όλης αυτής της δράσης είναι η εκπαίδευση αυτών των ανθρώπων, η ένταξη τους, η συμμετοχή και η αλληλεπίδρασή τους με την τοπική κοινωνία, αλλά και η δικιά μας ευαισθητοποίηση ως κοινωνία, σε σχέση με τη δικιά τους κουλτούρα και με τις δικές τους ανάγκες. «Είναι βασικό αυτοί οι άνθρωποι να βρίσκονται σε έναν ωραίο χώρο -όπως όλοι μας το έχουμε ανάγκη- και ότι μια τέτοια πρωτοβουλία βοηθάει πάρα πολύ στο να επιστρέψουν σε μια κανονικότητα, ότι η ζωή τους δεν έχει διακοπεί, ότι δεν είναι έρμαιο των καταστάσεων, αλλά ότι μπορούν να έχουν μια συνέχεια στη ζωή τους», λέει η Λένα, μια από τις ιδιοκτήτριες του εστιατορίου.

«Μας ενδιαφέρει το δικαίωμα στην εργασία για όλους, δηλαδή να μπορούν και οι πρόσφυγες να έχουν μια αξιοπρεπή εργασία με κοινωνική ασφάλιση, το οποίο είναι ένα στοίχημα, αλλά υπάρχει πολλή στήριξη από πολύ κόσμο», συνεχίζει η Λένα. Μια από τις κοπέλες που εργάζεται πλέον στην κουζίνα του «Ναν», η Ada, ζει μόνιμα μαζί με τον άνδρα της στη Μυτιλήνη και εργάζονται και οι δυο πλέον, ενώ αυτήν τη στιγμή και οι υπόλοιποι πρόσφυγες που εργάζονται στο «Ναν» είναι ασφαλισμένοι, πληρώνουν τα ένσημα τους, έχουν ΑΜΚΑ, ΑΦΜ και είναι κανονικά εργαζόμενοι, όπως κάθε Έλληνας πολίτης. «Αυτό που θέλουμε είναι να τους δοθεί η ανεξαρτησία τους, να σταθούν στα πόδια τους και να κερδίσουν την αξιοπρέπεια τους. Να τους δοθεί η δυνατότητα να βγάζουν οι ίδιοι λεφτά και να μπορέσουν να συντηρήσουν την οικογένειά τους, να μπουν μέσα στον κοινωνικό ιστό και να προσφέρουν».

Αυτήν τη στιγμή στο «Ναν» δουλεύουν τέσσερις Έλληνες και τέσσερις πρόσφυγες, ενώ οι τέσσερις ιδρύτριες της ομάδας βρίσκονται εκεί εθελοντικά, αφού το εστιατόριο έχει τη νομική μορφή της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας.

«Η τροφή είναι ένα πολύ βασικό πράγμα, κοινωνικά και επικοινωνιακά. Επίσης, το βασικό είναι πως έχει να κάνει με την υγεία μας, με το σώμα μας, οπότε είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ένας χώρος που να συνυπάρχουν μεν διάφορες κοινωνικές ομάδες, αλλά ταυτόχρονα να μπορούμε να μιλήσουμε και για το φαγητό», υποστηρίζει η Έφη. Η νοοτροπία πίσω από το “Ναν” είναι να βοηθήσουν όχι μόνο τους πρόσφυγες, αλλά και την τοπική κοινωνία και τους τοπικούς παραγωγούς. «Τα όνειρα είναι μεγάλα, θέλουμε να στηρίξουμε ντόπιους παραγωγούς, νέα παιδιά που κάνουν μεγάλες προσπάθειες με βιολογικά κτήματα και να χρησιμοποιούμε μόνο εποχιακά υλικά και όσο μπορούμε μη εισαγόμενα».

«Στο φαγητό δεν υπάρχουν φυλές, εθνικότητες ή θρησκείες», είπε ένας φίλος του μαγαζιού, ο Μισαήλ. Η κουζίνα του «Ναν» είναι γεμάτη χρώματα και έντονες γεύσεις: οι συνταγές προέρχονται από τη Συρία, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη, το Πακιστάν – δηλαδή από τις χώρες καταγωγής των προσφύγων, αλλά υπάρχουν και πιάτα από την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα, μια αρμονική συνύπαρξη γεύσεων. Οι ιδρύτριες δοκίμασαν πριν από χρόνια αυτές τις κουζίνες και αφού έμειναν έκπληκτες από τις ξεχωριστές γεύσεις που έχουν, σκέφτηκαν πως πρέπει να δοκιμάσει και η υπόλοιπη Μυτιλήνη αυτές τις γεύσεις: «Είναι πολύ φιλόξενοι, μας καλούσαν στα σπίτια τους να φάμε και η κουζίνα τους ήταν καταπληκτική, έφτιαχναν αφγανικές πατατόπιτες, πρόσθεταν τα ιδιαίτερα μπαχαρικά τους, συριακά φαλάφελ και πολλά άλλα», θυμάται η Λένα

Print Friendly, PDF & Email



/ Γραφές

Ο λοστός του Αίλληνα