12 Φεβρουαρίου 2018 | Γραφές |

MAKEΔONΙΚΟ: Απ’ την εθνικιστική έξαρση στο περιθώριο

Το ζήτημα των Σκοπίων παίρνει διαστάσεις εθνικού άγχους. Ενώ βαίνουμε προς τη συνάντηση κορυφής του Εδιμβούργου, όπου πιθανολογείται ότι θα δοθεί κάποια λύση στο ζήτημα της αναγνώρισης της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ενώ ανοιχτά πλέον και επίσημα ορισμένοι εταίροι της ΕΟΚ απομακρύνονται από την απόφαση της Λισαβόνας κι ενώ στα ίδια τα Σκόπια χιλιάδες Αλβανοί, για πρώτη φορά, διαδηλώνουν υπέρ της Μεγάλης Αλβανίας, η διαχείριση της υπόθεσης αυτής εκ μέρους της υπεύθυνης πολιτικής ηγεσίας αγγίζει τα όρια του τραγελαφικού και προοιωνίζεται διαστάσεις εθνικής ταπείνωσης και εθνικής καταστροφής.

Σειρά αγκυλώσεων, με βαθιές καταβολές μέσα στα υποστρώματα της νεοελληνικής ιδεολογίας, οι σκοπιμότητες που υπαγόρευσε ο τυφλός ανταγωνισμός ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αλλά κυρίως η δράση ισχυρών εθνικιστικών κύκλων μέσα στα δύο μεγάλα κόμματα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που λειτούργησαν σαν ατμομηχανές, ήταν οι παράγοντες που υπαγόρευσαν στην ελληνική εξωτερική πολιτική θέσεις καταστροφικές και χειρισμούς αδιέξοδους. Παράλληλα, κι αυτό είναι το σπουδαιότερο, την κοινή γνώμη σαγήνευσαν ιδεολογήματα εθνικιστικά σε σημείο τέτοιο που οποιαδήποτε φωνή συνιστά, αν όχι τιποτ’ άλλο, τουλάχιστον μετριοπάθεια και σύνεση να καταγγέλλεται σαν εθνική μειοδοσία. Πρόσφατο παράδειγμα αυτής της ιδεολογικής αγκύλωσης ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Σαρτζετάκης, που κατήγγειλε – χωρίς να τον αναφέρει – τον Λεωνίδα Κύρκο σαν εθνικό μειοδότη, επειδή πρότεινε το όνομα του νέου κράτους να είναι «Σλαβική Μακεδονία του Βαρδάρη».

Κι ωστόσο αρεσκόμαστε να πιστεύουμε και να λέμε ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει εθνικισμός. Εθνικιστές είναι πάντα οι άλλοι. Για μας, για την πολιτική τάξη όσο και την κοινή γνώμη, υπάρχουν μόνο τα εθνικά μας δίκαια, τα εθνικά μας προβλήματα. Τίποτε δεν διεκδικούμε που να μην μας ανήκει με τίτλους αρχαίους και ευγενείς, κανέναν δεν απειλούμε, δεν έχουμε βλέψεις επεκτατικές, τα σύνορα της χώρας μας είναι αυτά που είναι. Αντίθετα απειλούμαστε από ανατολικούς και βόρειους γείτονες. Κι όπως ζούμε μέσα στην πυριτιδαποθήκη των Βαλκανίων και κοντά στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή, οι κίνδυνοι δεν είναι φανταστικοί.

Για όλους αυτούς τους λόγους ο ελληνισμός αντιδρά, αφυπνίζεται. Η λέξη Μακεδονία συμπυκνώνει τη γραμμή άμυνας του ελληνισμού, η υπεράσπιση του ονόματος Μακεδονία γίνεται ζήτημα ζωής ή θανάτου. Αντίθετα, η λέξη «Σκόπια» συμπυκνώνει τη θανάσιμη απειλή.

Εδώ χαράσσεται το ύστατο χαράκωμα, εδώ επιστρατεύονται όλες οι δυνάμεις του γένους, οι δυνάμεις του έθνους, της φυλής, η ψυχή του ελληνισμού: αριστεροί, η αρχαιολογία, βορειοελλαδίτες και παλαιοελλαδίτες, η γλωσσολογία, δεξιοί, η εθνολογία, η Εκκλησία, ελλαδικοί και Έλληνες της διασποράς, ιδρύματα επιστημονικά, η ιστορική επιστήμη, κεντρώοι, τα κόμματα, κρατικοί μηχανισμοί και κράτος, πλούσιοι και φτωχοί, πνευματικοί ταγοί διατρανώνουν ότι η «Μακεδονία είναι ελληνική». Από σποραδικές αντιδράσεις πριν δυο χρόνια, περάσαμε σε μια παλλαϊκή συστράτευση που η αποφασιστικότητά της, η έκτασή της, η ενέργειά της, το μεγαλείο της και το πνεύμα της φάνηκαν στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. «Σιγά μην ήταν Ζάσταβα ο Βουκεφάλας». Και η κατάληξη: «Η Ελλάς δεν αναγνωρίζει».

Θα άξιζε τον κόπο να καταγράψει κανείς τις διαδρομές και τις λεπτομέρειες της «αφύπνισης» του ελληνισμού, όπως αυτάρεσκα αυτοονομάστηκε, να περιγράψει τις εκδηλώσεις ενός δυναμισμού και μιας ενεργητικότητας σύσσωμου του ελληνικού λαού, μιας ενεργητικότητας που πολλοί θεωρούν σαν μόνο παρήγορο σημείο μέσα στη γενική έκπτωση των αξιών, την παθητικότητα, την αρρυθμία της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Πράγματι, είναι αναγκαίο να φιλοτεχνηθεί ο πίνακας αυτής της «αφύπνισης» με όλες τις λεπτομέρειες, τις ιδεολογικές και τις πολιτικές, με όλες τις εκδηλώσεις των πρωταγωνιστών της επίσημης πολιτικής σκηνής όσο και της δημοσιογραφικής και της κοινωνικής καθημερινότητας. Θα έρχονταν στο φως απ’ αυτό το δίχρονο οδοιπορικό και τα κέντρα και τα μέσα και οι σκοπιμότητες και οι στόχοι και τα πρόσωπα που κούρδισαν τα ξυπνητήρια της «αφύπνισης», θα φαινόταν επίσης ότι τα ξυπνητήρια δεν ήχησαν εν κενώ αλλά ότι προϋπήρχαν οι ιδεολογικές υποδοχές σε όλα τα στρώματα του ελληνικού λαού και άνετα παντρεύτηκαν με την ιδεολογία του εθνικισμού. Θα φαινόταν επίσης ότι ενώ ο εθνικισμός κατελάμβανε με ταχύτητα τον χώρο και δημιουργούσε καταστάσεις μη επιστροφής μέσα στα κόμματα, μέσα στο κράτος αλλά και μέσα στην κοινή γνώμη αιχμαλωτίζοντας τα αισθήματα του ελληνικού λαού, αυτή η προέλαση έγινε σχεδόν αμαχητί.

Ελάχιστες και περιθωριακές ήταν οι αντιδράσεις, ελάχιστες φωνές προσπάθησαν ν’ αντισταθούν. Άλλο θέμα τεράστιο αυτή η γενικήσιγή που επίσης θα έπρεπε να μας κάνει σκεφτικούς. Σώπασαν ακόμη κι εκείνοι που η λειτουργία τους είναι συνυφασμένη με τον κριτικό λόγο. Σώπασαν τα κόμματα της Αριστεράς, με εξαίρεση το ΚΚΕ, που ωστόσο την κατ’ αρχήν σωστή πολιτική του θέση για το «Μακεδονικό» τη συνέδεσε με τις αγιάτρευτες πολιτικές ιδεοληψίες όπως εκείνη του στείρου αντιεοκισμού, αναιρώντας έτσι κάθε δυναμική και πειστικότητα. Σιώπησαν οι προοδευτικοί διανοούμενοι, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που στρατεύθηκαν στην αντι-σκοπιανή μισαλλοδοξία, σιώπησαν οι αριστεροί γενικώς, δεν έδωσαν δηλαδή τη μάχη τους εκείνες οι δυνάμεις που δικαιώνονται ως αριστερές και προοδευτικές μόνο όταν αντιστέκονται στις επελάσεις της αντίδρασης και του μίσους. Ήταν τάχα έλλειψη διορατικότητας, ήταν ελαστικότητα συνείδησης ή μήπως, όπως πιστεύω, τα πνεύματα και οι ψυχές των αριστερών είναι δαγκωμένα από πλέγματα ενοχής, από ενοχοποιήσεις για αμαρτίες γονέων αλλά και από τις κυρίαρχες ψευτοεθνικοενωτικές ιδεολογίες που έχουν ακινητοποιήσει την κριτική σκέψη τόσο που κι εμείς αφηνόμαστε στο κύμα που μας παρασέρνει σε μια σχεδόν μοιρολατρική αίσθηση για τη ματαιότητα των εγκοσμίων;

Οι εξαιρέσεις ανθρώπων και μικρο-κινήσεων που υπήρξαν – ανάμεσά τους και τούτο το περιοδικό – ήταν τόσο αδύναμες, άκαιρες, άνευρες και σποραδικές, συχνά σφραγισμένες από αγκυλώσεις αριστερίστικου τύπου, που αν κάποιος ήθελε σώνει και καλά να τους αποδώσει καθεστώς «άλλης φωνής», να τις θεωρήσει ως το αντίπαλο δέος του εθνικισμού, δεν θα κατάφερνε τίποτε άλλο από το να μοστράρει την αυταρέσκειά του, την αυτο-ικανοποίησή του και τον κομπασμό του. Όχι, δεν δόθηκε απάντηση στον εθνικισμό, δεν οργανώθηκε το στρατόπεδο του αντι-εθνικισμού, δεν έγινε καν προσπάθεια να φτιαχτεί τέτοιο στρατόπεδο, δεν συσπειρώθηκε ο κόσμος, δεν συγκροτήθηκε αντίπαλη δύναμη, δεν έγινε συνείδηση ότι είναι εθνικιστικά αυτά που γίνονται και λέγονται με πρωταγωνιστές τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, τα κρυφά και φανερά κέντρα της ιδεολογικής χειραγώγησης.

«Μόρφωμα» και «κρατίδιο», όχι έθνος

Είναι όμως πράγματι εθνικιστική η ελληνική πολιτική και η συνάδουσα ιδεολογία που την εκτρέφει;

Θα περιοριστώ εδώ σε ορισμένες μόνο επισημάνσεις που στοιχειοθετούν την περί εθνικισμού βεβαιότητα.

Στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, που με δημοψήφισμα των κατοίκων της ανακήρυξε την ανεξαρτησία της και τη συγκρότησή της σε ιδιαίτερο κράτος τον Ιούλιο του 1991, οι ελληνικές θέσεις και η συνάδουσα ιδεολογία που τις εκτρέφει δεν αποδίδουν καθεστώς κράτους. Αμφισβητούν και απεύχονται την ίδια τη συγκρότηση της Σλαβικής Μακεδονίας σε ιδιαίτερο κράτος. Αυτό που υποστηρίζω εδώ δεν είναι πουθενά γραμμένο, κανείς επίσημος δεν το έχει πει. Ανεπίσημα και επίσημα όμως χείλη ορίζουν με τέτοιο τρόπο το όλο ζήτημα που στην πραγματικότητα απορρίπτουν όχι απλώς το όνομα «Μακεδονία» αλλά το ίδιο το κράτος.

Αν το όνομα είναι η έκφραση, η μορφή που παίρνει αυτή η απόρριψη, η δημιουργία ανεξάρτητου σλάβο-μακεδονικού κράτους στα βόρεια σύνορα της χώρας για την Ελλάδα αποτελεί «αγκάθι», απειλή, πρόκληση, κάτι που δεν θα ήθελε να υπάρξει. Η λογική συνέπεια της ελληνικής πολιτικής, το αποτέλεσμα, αν επικρατήσει, είναι η διάλυση του νεοσύστατου κράτους. Αυτή η υπόρρητη πλην σαφής στρατηγική του ελληνικού κράτους συνάγεται όχι μόνο επειδή δεν αναγνωρίζει το όνομα Μακεδονία, που οι κάτοικοι της χώρας αυτής χρησιμοποιούν αδιατάρακτα από το 1945 όταν αποτέλεσαν την 6η Δημοκρατία στο πλαίσιο της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, αλλά διότι το ελληνικό κράτος αρνείται εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν προϋπόθεση για την ύπαρξη του οιουδήποτε κράτους, άρα και του μακεδονικού κράτους.

Αρνείται το θεμελιακό, το κύριο, το εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο: την ύπαρξη ιδιαίτερης σλάβο-μακεδονικής εθνότητας. Από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος επιζητεί «αυτό το πράμα» να μεταβαπτισθεί και να συμμορφωθεί σύμφωνα με τις ελληνικές προδιαγραφές, να αποδεχθεί και να βιώσει την ιστορία και την πραγματικότητά του με μια ταυτότητα που δεν είναι δική του, από τη στιγμή που του αρνείται τον εθνισμό του και θέλει να του επιβάλει άλλους πλασματικούς εθνισμούς, του αρνείται την ίδια του την υπόσταση και κάθε δυνατότητα μελλοντικής υποστασιοποίησής του.

Όλ’ αυτά βέβαια παίζονται με τις λέξεις, με τα λόγια, με τα ονόματα. Αλλά αυτά είναι τα κύρια μέσα της πολιτικής, οι λέξεις και τα λόγια υπαγορεύουν τα έργα. Απ’ αυτή την άποψη η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι απολύτως αποκαλυπτική των στοχεύσεων της υπόρρητης στρατηγικής του ελληνικού κράτους. Πρέπει να διαβάσουμε τα πραγματικά νοήματα αυτής της γλώσσας, όσα κατα-δηλώνει και όσα συν-δηλώνει κι όσα αποσιωπά.

Το νέο κράτος, που πήρε τη θέση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, ονομάζεται «κράτος των Σκοπίων», το ζήτημα «ζήτημα των Σκοπίων», οι κάτοικοί του «Σκοπιανοί», η πρωτεύουσά του «σκοπιανή», οι αξιωματούχοι του, οι εφημερίδες του, τα κόμματά του, η οικονομία του, η πολιτική του, πρόεδρός του, οι υπουργοί του, όλα τα συστατικά του στοιχεία ονομάζονται «σκοπιανά».

Δεν είναι ζήτημα καλών τρόπων αυτή η απαξιωτική ορολογία. Αν πράγματι το όνομα ενός λαού είναι η ψυχή του, όπως έξι διακεκριμένοι διανοούμενοι έλεγαν σε επιστολή τους προς τους υπουργούς Εξωτερικών της ΕΟΚ, εμείς, βαφτίζοντάς τους παρά τη θέλησή τους «Σκοπιανούς» και πολύ περισσότερο «Γύφτο-σκοπιανούς», είναι σαν να λέμε ότι δεν έχουν ψυχή, ότι η ψυχή τους είναι βρώμικη κι επομένως δεν πρέπει να υπάρχει. Η συμβολική μείωση ή υποτίμηση του άλλου, η απόδοση στον άλλο χαρακτηριστικών ηθικά μειωτικών τον κατατάσσει στην κατηγορία του πολιτισμικά και φυλετικά κατώτερου, στην κατηγορία του εκ φύσεως μιαρού και υποδεέστερου. Με την ίδια κίνηση επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας τη θέση του ανώτερου.

Όλ’ αυτά βεβαίως τα «γλωσσικά» δεν παραμένουν στο επίπεδο των αφηρημένων συμβολισμών. Αν η χρησιμοποιούμενη γλώσσα και ορολογία για τους Σλαβομακεδόνες είναι συμβολικά απαξιωτική και μειωτική, η εφαρμοσμένη επίσημη εξωτερική πολιτική είναι πρακτικά μειωτική, απαγορεύει ή παρεμποδίζει το νεοσύστατο κράτος να συγκροτηθεί ως κράτος, το διατηρεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, του καλλιεργεί τις εσωτερικές τάσεις αποσταθεροποίησης και διάσπασης.

Το πανελλήνιο αποφάσισε μονομερώς ότι δεν υπάρχει σλάβο-μακεδονικό έθνος, όπως ακριβώς αποφάσισαν οι Τούρκοι ότι δεν υπάρχουν Κούρδοι ή οι Μαροκινοί ότι δεν υπάρχει λαός Σαχραουί στη Δυτική Σαχάρα. Καταργήθηκε μάλιστα μονομερώς το επί δεκαετίες χρησιμοποιούμενο όνομα Σλαβομακεδόνες.

Διανομή της Μακεδονίας

Αντίθετα αυτές οι ακραία εθνικιστικές ιδεολογικοποιημένες αντιλήψεις αποφεύγουν συστηματικά να πάρουν υπόψη την εθνική συνείδηση ή την ανάγουν περιοριστικά σε γλωσσικά και φυλετικά δεδομένα. Παραβλέπεται δηλαδή το βουλητικό, έλλογο και ουσιώδες στοιχείο που είναι η συνείδηση ένταξης ενός πληθυσμού σε μια κοινότητα κοινωνική και πολιτισμική. Η εθνική συνείδηση είναι έννοια δυναμική, όχι στατική. Δεν είναι δοτή εκ φύσεως, δεν προκύπτει από το αίμα, τη βιολογική συγγένεια, το γένος, τη φυλή, παρ’ όλο που όλοι οι καταγωγικοί μύθοι αναζητούν πάντα τους απώτατους προγόνους, τον μυθικό πατέρα με τα εξευγενισμένα και καθαρά χαρακτηριστικά, ένα είδος μαγικού καθρέφτη που μας αποστέλλει το εξιδανικευμένο είδωλο του εαυτού μας έτσι όπως θα το θέλαμε κι όχι έτσι όπως είναι.

Η εθνική συνείδηση, ένα «εμείς» σε αντιδιαστολή προς τους άλλους, διαμορφώνεται στη διάρκεια ανταγωνισμών και συγκρούσεων μιας κοινότητας προς άλλες, συνήθως μιας καταπιεσμένης κοινότητας από μια άλλη κυρίαρχη. Εκπηγάζει μέσα από τις διαδικασίες και τα συστήματα άμυνας του καταπιεσμένου. Είναι η συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας ως προς τον καταπιεστή που του αφαιρεί κατ’ αρχήν την ελλειπή διαχείριση, την κυριαρχία και τη νομή του εδάφους. Κάθε εθνική συνείδηση είναι διεκδίκηση ή υπεράσπιση της πατρώας γης, γι’ αυτό και τείνει πάντοτε στο να κατασκευάζει τίτλους ιδιοκτησίας πάνω στο έδαφος θεμελιώνοντας τα δικαιώματά του πολύ μακριά στο παρελθόν, τόσο μακριά που καμιά αμφισβήτηση να μην νομιμοποιείται, γιατί κάθε αμφισβήτηση εκμηδενίζεται από τη μακρότατου χρόνου νομή κι είναι επομένως αυτοδίκαια αθεμελίωτη και παράνομη. Για να πετύχει όμως η νομιμοποίηση των δικαιωμάτων πάνω στα εδάφη πρέπει να πετύχει η επιχείρηση ιδιοποίησης των ανθρώπων που παλαιότερα έζησαν πάνω σ’ αυτά τα εδάφη: οι σημερινοί να εμφανισθούν ως ευθεία από-γονή των μακρινών προγόνων, να ταυτισθούν με τα σύμβολα, τα ιστορικά και μυθικά πρόσωπα που προϋπήρξαν στο αμφισβητούμενο έδαφος.

Παραδείγματα από την εθνικιστική φαρέτρα και πρακτική των σημερινών Σλαβομακεδόνων: όσο ο κύριος ανταγωνιστής του εθνισμού τους ήταν οι Βούλγαροι, οι Σλαβομακεδόνες ιστορικοί της δεκαετίας του ’50 διεκδικούσαν σαν Μακεδόνα τον τσάρο των Βουλγάρων Σαμουήλ. Σήμερα που κύριος αρνητής της μακεδονικότητάς τους είναι οι Έλληνες, χρησιμοποιούν σαν σύμβολο του κράτους τους τον ήλιο της Βεργίνας ταυτίζοντάς τον μ’ έναν άλλο ήλιο που ήταν βασικό σύμβολο των Νότιο-σλάβων πριν τον εκχριστιανισμό τους, ζωροαστρικής πιθανόν προέλευσης, ανεξάρτητα από αν εκείνος ο παλαιός νότιο-σλάβικος, προχριστιανικός ήλιος δεν ήταν ο δεκαεξάκτινος ήλιος της Βεργίνας.

Οι πόλεμοι έταμαν μεν το ζήτημα της διανομής της γεωγραφικής περιοχής Μακεδονία, ωστόσο οι πληθυσμοί που την κατοικούσαν και εξαιτίας της πρόσφατης ιστορίας τους και λόγω επιγενόμενων πραγματικοτήτων δεν ταυτίστηκαν όλοι με τα κράτη που τους περιέλαβαν μεταξύ των υπηκόων τους. Αν όχι όλοι, πάντως πολλοί δεν αποδέχθηκαν ούτε τη «βουλγαρικότητα» ούτε την «ελληνικότητα» ούτε τη «σερβικότητα». Συνέχισαν να αυτό-ορίζονται ως Μακεδόνες, ως Σλαβομακεδόνες, αντιδιαστέλλοντας την υποχρεωτική υπηκοότητά τους προς την εθνικότητά τους και τον ιδιαίτερο εθνικισμό τους. Υπ’ αυτή την έννοια διατηρήθηκε ένα ιδιόμορφο «μακεδονικό» ζήτημα, κυρίως στην περιοχή της Σερβικής Μακεδονίας όπου κατοικούσε και το μεγαλύτερο μέρος των Σλαβομακεδόνων.

Η λύση που δόθηκε μεταπολεμικά από τον Τίτο με τη δημιουργία της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ήταν η σωστότερη δυνατή στις τότε συνθήκες αλλά και ως φυσική συνέπεια των αγώνων που προηγήθηκαν. Η άλλη λύση θα ήταν από τότε να γίνουν ανεξάρτητο «κρατίδιο» ή να παραμείνουν υποτελείς στη Σερβία. Εκ των υστέρων ερήμην των ιστορικών πραγματικοτήτων, όλοι μιλούν στον τόπο μας για το «κατασκεύασμα» του Τίτο, παραγνωρίζοντας όσα αυτός ο λαός κατέκτησε πληρώνοντας όπως και οι άλλοι λαοί βαρύτατο φόρο αίματος. Παραγνωρίζοντας ακόμη ότι αν η γιουγκοσλαβική Μακεδονία δεν είχε υπάρξει το 1945, τότε η περιοχή αυτή θα έπρεπε να ενσωματωθεί στη Δημοκρατία της Σερβίας με τη βία ή να διανεμηθεί, λύση με την οποία δεν θα συμφωνούσαν οι Σλαβομακεδόνες και εν πάση περιπτώσει δεν επεδίωξαν ούτε η Γιουγκοσλαβία του Τίτο ούτε η Ελλάδα. Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος στη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου να ξεκινήσει έναν άλλο πόλεμο.

Το κράτος της Μακεδονίας, ως Δημοκρατία της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας, υπάρχει από το 1945. Ως τέτοιο ήταν αποδεκτό από τους κατοίκους του, από τις υπόλοιπες δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας και από τη διεθνή κοινότητα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν αμφισβήτησαν το όνομα, πρώτον διότι, ορθώς, δεν θεώρησαν ότι το όνομα ήταν απειλή και δεύτερον διότι, μετά την απεξάρτηση της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο από τη σοβιετική κυριαρχία και μέσα σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, η ελληνική εξωτερική πολιτική, με βάση τις τότε εσωτερικές ανάγκες της και τις εξωτερικές δεσμεύσεις της, ήταν υποχρεωμένη να βρει γέφυρες επικοινωνίας με τον Τίτο. Γι’ αυτό η ελληνογιουγκοσλαβική συνεννόηση και συνεργασία (π.χ. Τριμερές Σύμφωνο Γιουγκοσλαβίας – Ελλάδας – Τουρκίας) αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Γι΄ αυτό η Ελλάδα δεν δημιούργησε πρόβλημα για το μακεδονικό όνομα της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Τούτο άλλωστε υπαγορευόταν από την ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο, στο ΝΑΤΟ και από την υποταγή της στην αμερικανό-νατοϊκή κυριαρχία. Όσοι σήμερα υποστηρίζουν ότι ήταν λάθος των ελληνικών κυβερνήσεων, θα έπρεπε λογικά να παραδεχθούν ότι η ελληνική Δεξιά (και το Κέντρο) και όλη η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη είχε άλλους δρόμους, π.χ. να συνεννοηθεί με τον Στάλιν και να έλθει σε ρήξη με τους Αμερικανούς. Αυτό ζητούν για λογαριασμό των πατεράδων τους οι σημερινοί γιοι (και κόρες)! Εκ του ασφαλούς βαφτίζουν τους εθνικόφρονες πατέρες τους αντιιμπεριαλιστές!

 

Πηγή: Η Αυγή από Πολίτης (τεύχος 120, Δεκέμβριος 1992)

Print Friendly, PDF & Email



Στην ίδια ενότητα