23 Νοεμβρίου 2017 | Ιδέες |

Γκράμσι και Οκτωβριανή Επανάσταση

Η μοντέρνα δομή της κοινωνίας των μαζών, η διαπερατότητα μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών και η σημασία των μηχανισμών διαμόρφωσης της συναίνεσης οδηγούν τον Γκράμσι να επαναστατικοποιήσει βαθιά την έννοια της επανάστασης.

Εκατό χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση και ογδόντα μετά τον θάνατο του Αντόνιο Γκράμσι δεν θα ήταν ανώφελο να επιστρέψουμε στην ανάγνωση που έκανε το 1917 ο τότε 27χρονος Σαρδηνός σοσιαλιστής για τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν στη Ρωσία, αλλά και να δούμε τι έχει απομείνει από εκείνη την ερμηνεία στο θεωρητικοπολιτικό του οπλοστάσιο την περίοδο της ωριμότητάς του. Η επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του Λένιν, υπήρξε για τον νεαρό Γκράμσι, που είχε μετακομίσει τότε στο Τορίνο, ένα σημείο πολιτικής, θεωρητικής και υπαρξιακής καμπής, και στο εξής αρχίζει να ωριμάζει η σκέψη και η πορεία του ως κομμουνιστή. Για να κατανοήσουμε ποια ήταν η σχέση του Γκράμσι με την Οκτωβριανή Επανάσταση, θα πρέπει να πάρουμε ως σημείο εκκίνησής το αδιάσειστο γεγονός πως ο Γκράμσι πάντοτε υπήρξε, από τα χρόνια στο Τορίνο ίσαμε τα έργα της φυλακής, όχι μόνον ένας θεωρητικός της επανάστασης, αλλά ένας καθαυτό επαναστάτης.

Η πολιτική ως επανάσταση, στην περίπτωση του Γκράμσι, είναι πάλη για τον μετασχηματισμό του κόσμου. Αρχικά, στη ζωή του μελλοντικού κομμουνιστή ηγέτη, είναι πολιτική ως εξέγερση. Όπως ο ίδιος υπογραμμίζει, σε επιστολή προς τη γυναίκα του το 1924, εκείνο που τον έκανε να εξεγερθεί ενάντια στις κοινωνικές συνθήκες του καιρού του και της χώρας του ήταν κάποιες οδυνηρές προσωπικές εμπειρίες. Αφότου μετακόμισε στο Τορίνο, το 1911, και εντάχθηκε στο σοσιαλιστικό κίνημα, η αντίληψή του για τον μαρξισμό ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένη από τις φιλολογικές σπουδές του και συνόψιζε έναν υποκειμενικό, αντιντετερμινιστικό, αντιοικονομικό μαρξισμό, επηρεασμένο από τον νεοϊδεαλισμό και τον μπερξονισμό, μέσω της ερμηνείας του Σορέλ. Ένας πρωτότυπος μαρξισμός, ίσως αφελής σε κάποια σημεία, με κύριο άξονα την απόλυτη και ιδεαλιστική πρωτοκαθεδρία της βούλησης. Εκείνη την εποχή από τα γραπτά του, όπως για παράδειγμα το «Σοσιαλισμός και Κουλτούρα», δεν έλειπε μια αντιντετερμινιστική ματιά ακόμη και για την επαναστατική διαδικασία.

Ήδη από τα πρώτα του σχόλια για την «επανάσταση του Φλεβάρη», η «ρωσική επανάσταση» ήταν για τον Γκράμσι, μια προλεταριακή «πράξη». Ιδίως γιατί είχε παρακάμψει και «αγνοήσει τον γιακωβινισμό», δηλ. δεν είχε «αποδεχτεί να καταλάβει την πλειοψηφία διά της βίας». Μέχρι το 1921, ο Γκράμσι ήταν αποφασιστικά αντι-γιακωβίνος, αγνοώντας τις σχετικές αναφορές του Μαρξ και τον σαφή φιλογιακωβινισμό του Λένιν. Ήταν επηρεασμένος ακόμη από τα διδάγματα του Σορέλ, κατά τον οποίον ενυπήρχαν στοιχεία μιας απολυταρχικής συνέχειας ανάμεσα στον γιακωβινισμό και το ancien régime. Για τον Γκράμσι, «οι Ρώσοι επαναστάτες» δεν θέλησαν να αντικαταστήσουν τη δικτατορία με δικτατορία και θα είχαν, όπως υποστήριζε, εάν διεξάγονταν εκλογές, την υποστήριξη της πλειονότητας του «ρωσικού προλεταριάτου», εάν αυτό είχε τη δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα και δεν υφίστατο την καταπίεση του τσαρικού μηχανισμού. Μια άποψη για την επαναστατική διαδικασία που, ορισμένως, δεν στερείται κάποιας αφέλειας.

Ένα άλλο δείγμα αφελούς ερμηνείας είναι εξάλλου κι η γκραμσιανή πεποίθηση πως η επανάσταση, που εκείνος την διαβάζει ιδε αλιστικά, είναι πρωτίστως ένα πνευματικό γεγονός, που θα προκαλούσε άμεσα μεταβολή ηθών και φύσεων, ακόμη και μεταξύ των «κακοποιών», οι οποίοι είναι έτοιμοι αυθορμήτως, μέσα από κάποια θαυματουργική επέμβαση, να προσηλυτιστούν στην επανάσταση και να αποτελέσουν ένα νέο παράδειγμα του καντιανού «απόλυτου ηθικού».

Μολαταύτα, κάποιους μήνες αργότερα, ο νεαρός σοσιαλιστής θα ξεκινήσει να αναλύει τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις του μεγάλου επαναστατικού γεγονότος που είχε κατορθώσει να βάλει στο αρχείο το τσαρικό καθεστώς, αλλά όχι και τον πόλεμο. Η προσοχή του Γκράμσι στρέφεται τότε προς την μπολσεβίκικη παράμετρο, την οποία θεωρεί ως τη δύναμη εκείνη που δεν επιθυμεί να εξαντληθεί η επανάσταση στο σοσιαλδημοκρατικό στάδιο, αλλά επιδιώκει το προχώρημά της μέχρι την επίτευξη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο μαρξισμός των μπολσεβίκων ήταν «κατασκευασμένος» από τον Γκράμσι κατ’ εικόνα και ομοίωση των προσωπικών του αντιλήψεων για έναν μαρξισμό απαλλαγμένο από κάθε ίχνος θετικισμού. Γι’ ακόμη μια φορά, για τον μεγάλο στοχαστή, θριαμβεύει η βούληση. Μια ανάγνωση επίκαιρη και σήμερα: οι νόμοι της οικονομίας και της αγοράς, που σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεωρούνται αντικειμενικοί και μπορούν να γίνουν κατανοητοί και να «δαμαστούν», είναι προϊόν του ανθρώπου και απ’ αυτόν μόνον μπορούν να ανακληθούν.

Τα επόμενα χρόνια ο Γκράμσι θα βιώσει δύσκολες και κρίσιμες εμπειρίες. Εν πρώτοις, η «κόκκινη διετία» 1919-20, όταν ανάγεται στον κυριότερο εκπρόσωπο της ευρωπαϊκής συμβιβαστικής σκέψης, αναλαμβάνοντας στην ουσία την ηγεσία του κινήματος των Συμβουλίων στα εργοστάσια του Τορίνου και αναπτύσσοντας μια πρωτότυπη σύλληψη για την αυτοδιακυβέρνηση της εργατικής τάξης, αρκετά διαφορετική από εκείνη των ρωσικών Σοβιέτ. Τα Συμβούλια του Γκράμσι, περισσότερο από τα Σοβιέτ, ριζώνουν βαθιά και άμεσα στη σύνθεση του παραγωγικού κόσμου, στο εργοστάσιο και από εκεί εκτείνονται στην υπόλοιπη κοινωνία – πάντοτε όμως ακολουθώντας την οργάνωση και τη δομή της εργασίας και των εργατών.

Είναι η περίοδος που ο Γκράμσι επιζητεί συγκεκριμένα να συνθέσει τις έννοιες του citoyen(πολίτη) και του bourgeois (αστού) (όπως θα έλεγε και ο Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζήτημα») και να γεφυρώσει το ρήγμα ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και την πολιτική κοινωνία, αναθέτοντας στο Συμβούλιο τον ρόλο, αφενός της συλλογικότητας στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση της παραγωγής και αφετέρου του βασικού πυρήνα του προλεταριακού και σοσιαλιστικού κράτους.

Η αποτυχία του εργατικού κινήματος στο Τορίνο βοήθησε τον Γκράμσι να καταλάβει καλύτερα την πολυπλοκότητα και την ποικιλία της ιταλικής κοινωνίας, ιδίως του πιο «δυτικού» Τορίνου, με τη μαζικοποιημένη βιομηχανική κοινωνία, με μεγάλες συγκεντρώσεις εργατών, εξομοιωμένων στη νοοτροπία, τα συμφέροντα και την πειθαρχία. Αλλά συνάμα του αποκάλυψε και τα όρια του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που μόνον κατ’ όνομα ήταν επαναστατικό, αλλά στην ουσία βραδυκίνητο, διαιρεμένο και συγκεχυμένο στις ιδέες του.

Περνώντας μέσα από τα αλγεινά τούτα βιώματα, έως τη σύλληψή του το 1926, ο Γκράμσι αναστοχάστηκε και μετέβαλε ριζικά τις νεανικές του θεωρητικές αποσκευές. Στην φυλακή, ο Γκράμσι έστρεψε το ενδιαφέρον του στις μορφολογικές διαφορές ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, και κατ’ επέκταση στη διάκριση ανάμεσα στον τακτικό πόλεμο κινήσεων και τον πόλεμο θέσεων. Και έφτασε συνάμα στο συμπέρασμα πως η Ρωσική Επανάσταση είναι η τελευταία επανάσταση με χαρακτηριστικά 19ου αιώνα, είναι η στερνή επανάσταση-εξέγερση, τουλάχιστον στην Ευρώπη και στον προηγμένο Κόσμο. Φαίνεται πως είχε τότε κατανοήσει πως επιτελείται μια μεταβολή στις τακτικές του πολέμου: από πόλεμο κινήσεων που οδήγησαν στον θρίαμβο του 1917, σε πόλεμο θέσεων, που είναι η μόνη εφικτή τακτική στη δυτική κοινωνία. Στην μεν Ανατολή, το κράτος είναι το παν κι η κοινωνία των πολιτών είναι πρωτόγονη και ρευστή. Στη Δύση, όμως η μοντέρνα δομή της κοινωνίας των μαζών, η διαπερατότητα μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών και η σημασία των μηχανισμών διαμόρφωσης της συναίνεσης είναι παράγοντες που οδηγούν τον Γκράμσι να επαναστατικοποιήσει βαθιά την έννοια της επανάστασης, όχι μόνο σε σχέση με την υποκειμενική και ιδεαλιστική ιδέα που είχε γι’ αυτήν στη νεότητά του, αλλά και σε σχέση με την κλασική σχολή της στερεότυπης μαρξιστικής και λενινιστικής παράδοσης. Πλέον, η βούληση, είτε ως επαναστατική, είτε ως συλλογική βούληση, καίτοι δεν εγκαταλείπεται, αποτελεί πλέον τμήμα της ανάγκης για κατανόηση του νέου πεδίου στο οποίο καλείται να εφαρμοστεί κι αποτελεί τον φορέα εκείνου που ο Γκράμσι αποτελεί «διανοητική και ηθική μεταρρύθμιση», χωρίς ωστόσο να χάνει την ταξική της αγκύρωση και την καρδιά της μέσα στον οικονομικό κόσμο και τις κοινωνικές σχέσεις.

Είναι μια σύλληψη που, φέρνοντας στο προσκήνιο την αποφασιστική σημασία της συναίνεσης, της πολιτιστικής εξέλιξης, της διάχυτης κοινής λογικής, της «διανοητικής προόδου των μαζών», θέτει τις βάσεις για μια δημοκρατική πολιτική πάλη, συμβατή προς τη στρατηγική για την κατάκτηση της ηγεμονίας.

*Ο Γκουΐντο Λιγκουόρι διδάσκει Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας και είναι πρόεδρος της International Gramsci Society Italia

Μετάφραση: Γιώργης-Βύρων Δάβος

Print Friendly, PDF & Email



Στην ίδια ενότητα