14 Νοεμβρίου 2017 | Γραφές |

Τα κοινά

Ιστορικά, οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονταν τα Κοινά απλώς ως πόρους χωρίς ιδιοκτησία. Δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι πρόκειται για ένα κοινωνικό σύστημα, ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων —ηθικές, συναισθηματικές, πολιτισμικές ή πνευματικές— είναι εξίσου σημαντικές με τη διαχείριση ή τη διανομή ενός πόρου. Πρόκειται για μια διαφορετική νοοτροπία, μια διαφορετική επιστημολογία, αν θέλουμε να το δούμε από φιλοσοφική σκοπιά, για την κατανόηση των πραγμάτων και τις πρακτικές των ανθρώπων

Τα κοινά μπορούν να μας βοηθήσουν να βγούμε από τη μέγκενη του   νεοφιλελευθερισμού, μέσα από συγκεκριμένες εναλλακτικές»

 David Bollier[1]

 

 Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας[2] (Corpus Juris Civilis, 6ος αιώνας, 529), που αποτελεί  κωδικοποίηση των σκόρπιων κειμένων του ρωμαϊκού δικαίου, διακρίνει τα εκτός συναλλαγής (res extra patrimonium) από τα κοινά τοις πάσι (res omnium communes).

«Φυσικώ τω νόμω, αυτά είναι τα κοινά σε όλους πράγματα –ο αέρας, το νερό, η θάλασσα και κατά συνέπεια οι ακτές των θαλασσών (IΙ,i,1)…τα ποτάμια και τα λιμάνια (IΙ,i,2), τα δημόσια κτήρια, τα θέατρα, οι ιππόδρομοι, τα μνημεία (IΙ,i,6)…τα ιερά, καθαγιασμένα και θρησκευτικού περιεχομένου πράγματα IΙ,i,7)».

Η έννοια των κοινών επανεμφανίζεται σαν αντικείμενο διαμάχης και προβληματισμού κατά τον 13ο αιώνα στην Αγγλία με το κίνημα των «περιφράξεων» (enclosures), την ιδιωτικοποίηση των κοινόχρηστων δασικών, λιβαδοπονικών  και αγροτικών εδαφών, που διαρκεί μέχρι τον 19ο αιώνα, όταν δημιουργείται πλέον η κρατική ιδιοκτησία.

Τα κοινόχρηστα εδάφη παρείχαν βοσκότοπους στις τοπικές χωρικές κοινότητες, ξυλεία και πέτρα για τις οικοδομές, φρύγανα για θέρμανση και θηράματα, πτηνά, ψάρια και ξηρούς καρπούς για τροφή.

Οι περιφράξεις αναίρεσαν τον τρόπο αυτό ζωής των φτωχότερων αγροτών και οδήγησαν

στην αποψίλωση των εδαφών,

τη δημιουργία αγροκτημάτων για ενοικίαση

και  την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου,

ενισχύοντας έτσι τη διαδικασία της βιομηχανοποίησης, αλλά και την εξαθλίωση των ακτημόνων πλέον αγροτών, οι οποίοι μεταξύ του 1628 και 1631 στασίασαν επανειλημμένα καταστρέφοντας τις περιφράξεις .

Το εθιμικό δίκαιο της χρήσης των κοινών εδαφών αντικαταστάθηκε πλέον από τους νόμους της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (private property). Η λατινική, άλλωστε, ρίζα της λέξης private (ιδιωτικός/ή/ό) σημαίνει στερώ (deprive). Η πολιτική αυτή της περίφραξης και της αποδάσωσης συνεχίστηκε αργότερα στις βρετανικές αποικίες.

Από τη δεκαετία του 1980 αναδύεται και πάλι το ζήτημα των κοινών, με τις οικονομικές έρευνες των οπαδών της νεοθεσμικής θεώρησης[3] (institutionalists) ‑με επικεφαλής  την  Elinor Ostrom, Νόμπελ 2009‑ προκειμένου να αντιμετωπιστεί το δεύτερο στην ιστορία κίνημα «περιφράξεων» που αφορά πλέον τις εφευρέσεις/ανακαλύψεις, τα νέα πνευματικά δικαιώματα, τις οικολογικές υπερβάσεις, την ανεξέλεγκτη υπερσυγκέντρωση του πλούτου και ό,τι αυτά συνεπάγονται για την πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας.

Ο όρος  «δημόσια αγαθά» αποτελεί όρο της οικονομικής και αναφέρεται στους πόρους που ΔΕΝ «περιφράσσονται» προκειμένου να μετατραπούν σε ιδιωτικές ιδιοκτησίες και να εμποδίζεται η χρήση τους από το κοινό (π.χ. δημόσιοι κήποι, βιβλιοθήκες, πλατείες). Ωστόσο, κατά τους οικονομολόγους, η δημιουργία και  διαχείριση των «δημόσιων αγαθών» επαφίεται στο κράτος και μόνο σε αυτό, ως εξαίρεση στον κανόνα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Ο προηγούμενος αυτός ορισμός «αποκλείει [από την έννοια] το ρόλο της αμοιβαίας βοήθειας, της συνεργασίας και των διαπροσωπικών κοινωνικών σχέσεων». Διότι η  έννοια των κοινών δεν αποτελεί απλώς μια συλλογή αντικειμένων ή πόρων, αλλά εμπεριέχει και τη διάσταση της συλλογικής/κοινοτικής συμμετοχής, διαχείρισης σε μια προοπτική χρήσης και όχι ιδιοποίησης. Πιο συγκεκριμένα: Αμοιβαιότητα είναι η μορφή κοινωνικότητας που καθιστά εφικτή τη συνεταιρική ζωή. Όταν η αμοιβαιότητα εκφράζεται με την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών στα μέλη της κοινότητας προκύπτει ατό που αποκαλούμε κοινωνική οικονομία.

Ο ορισμός των Κοινών είναι αρκετά ευρύς. Όπως της αγοράς. Η αγορά έχει πολλές μορφές ο πάγκος της λαϊκής αγοράς,/ ένα κατάστημα οικιακών συσκευών,/ένα εστιατόριο, / μια χρηματοπιστωτική αγορά/  ή πιο αφηρημένα, ο εικονικός χώρος στον οποίο  λειτουργούν οι δυνάμεις της προσφοράς και ζήτησης/ ή ακόμη ένας κοινωνικός μηχανισμός (το αόρατο χέρι του Άνταμ Σμιθ).  Είναι πολιτισμική κατασκευή προκειμένου να μιλήσουμε για κάποιες κοινωνικές δραστηριότητες που έχουν κάποια κοινά γνωρίσματα (πωλητής, αγοραστής, ανταλλαγή χρήματος κλπ).

Κατά τον ίδιο τρόπο τα κοινά περιλαμβάνουν ένα ευρύτατο φάσμα πραγμάτων (διαχείριση υδάτινων πόρων, λογισμικά ανοικτού κώδικα, έργα χωρίς πνευματικά δικαιώματα, ελεύθερα πάσης φύσεως περιοδικά, δημοτικές ά άλλες γιορτές κλπ). Αν και δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός για τα «κοινά», υπάρχουν κοινές αρχές που τα διέπουν, όπως:

➢  η οργάνωση από τα κάτω,

➢  η δικαιοσύνη για τα μέλη τους

➢  η ισότητα

➢  η συμπεριληπτικότητα (η συμπερίληψη των εκάστοτε αποκλεισμένων)

➢  και η τάση για διατήρηση των πόρων (βιωσιμότητα και αειφορία)  και της ίδιας της κοινότητας.

Τα Κοινά δημιουργούνται, όταν μια ομάδα ανθρώπων αποφασίζει να διαχειριστεί συλλογικά και για συλλογικό όφελος έναν πόρο.

Ιστορικά, οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονταν τα Κοινά απλώς ως πόρους χωρίς ιδιοκτησία. Δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι πρόκειται για ένα κοινωνικό σύστημα, ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων —ηθικές, συναισθηματικές, πολιτισμικές ή πνευματικές— είναι εξίσου σημαντικές με τη διαχείριση ή τη διανομή ενός πόρου. Πρόκειται για μια διαφορετική νοοτροπία, μια διαφορετική επιστημολογία, αν θέλουμε να το δούμε από φιλοσοφική σκοπιά, για την κατανόηση των πραγμάτων και τις πρακτικές των ανθρώπων

Σήμερα η έννοια των κοινών περιλαμβάνει όχι μόνο φυσικούς πόρους (γη, νερό, αέρας, βιοποικιλότητα…) αλλά και τους ανοικτούς προς όλους πολιτισμικούς πόρους, όπως είναι:

➢        η παραδοσιακή και ιθαγενής γνώση,

➢         η πληροφορία,

➢         τα λογισμικά ανοικτού κώδικα (ελεύθερα λογισμικά) ,

➢         τα δημιουργικά έργα (λογοτεχνία, μουσική, φωτογραφία κ.ά. )

➢         τους ζωντανούς οργανισμούς (πατεντοποίηση γονιδίων, σπόρων, φαρμακευτικών φυτών             και γενικά των προϊόντων της φύσης – βιοπειρατεία).

H Elinor Ostrom διακρίνει οκτώ βασικές Αρχές Διαχείρισης των Κοινών:

  1. Σαφής οριοθέτηση της ομάδας που διαχειρίζεται τα κοινά (κοινωνοί)
  2. Προσαρμογή των κανόνων χρήσης των κοινών αγαθών στις τοπικές ανάγκες και συνθήκες
  3. Όσοι ακολουθούν τους κανόνες να μπορούν να αλλάζουν τους κανόνες.
  4. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τους κανόνες να γίνονται σεβαστοί από τις εκτός

κοινότητας αρχές.

  1. Να υπάρχει σύστημα λογοδοσίας και να είναι όλοι υπόλογοι έναντι της κοινότητας.
  2. Να υπάρχει κλιμάκωση των ποινών για όσους δεν τηρούν ή παραβιάζουν τους κανόνες.
  3. Να παρέχονται προσιτά μέσα επίλυσης των διαφορών.
  4. Ευθύνη για τη διαχείριση των κοινών πόρων από τα κατώτερα μέχρι τα ανώτερα συνδεόμεν επίπεδα.

 Συμπερασματικά,  τα κοινά είναι:

Ένα κοινωνικό σύστημα μακροπρόθεσμης διαχείρισης των πόρων

Ένα αυτοοργανωμένο σύστημα κατά το οποίο οι κοινότητες διαχειρίζονται τους πόρους τους ανεξάρτητα (ή με μικρή εξάρτηση) από  το κράτος και την αγορά

Ένα σύστημα που δεν ορίζεται απλώς από τους όποιους πόρους, αλλά και από μια συγκεκριμένη κοινότητα και τους κανόνες, αξίες και νόρμες που θέτουν οι ίδιοι οι κοινωνοί

Ένα σύστημα που στηρίζεται στο «από κοινού πράττειν» προς συλλογικό όφελος· οι πρακτικές επινοούνται κατά κύριο λόγο τοπικά κατά πόρο

Ένα σύστημα οικονομικό που στοχεύει στη χρήση και όχι στην ιδιοποίηση

Ένα σύστημα που συντηρεί, πολλαπλασιάζει και μεταβιβάζει στις επόμενες γενεές το συλλογικό τοπικό πλούτο (φυσικοί πόροι, υποδομές, γνώσεις, έργα και παραδόσεις)

Ένα σύστημα ανοιχτό που δυνητικά μπορεί να αφορά οποιονδήποτε πόρο

Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για όλο τον πλανήτη είναι η νέα μορφή λεηλάτησης, η νέα περίφραξη των κοινών: η οικειοποίηση και εμπορευματοποίηση των κοινόχρηστων πόρων με στόχο το ιδιωτικό κέρδος. Υπάρχουν πόροι οι οποίοι επείγει να τους διαχειριστούν οι συλλογικότητες ως κοινά:

Νερό, ατμόσφαιρα, θάλασσες, γενετική γνώση, βιοποικιλότητα, διαδίκτυο. Υπολογίζεται ότι δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη εξαρτώνται από τα κοινά για την επιβίωσή τους(δάση, νερό, θηράματα, λιβάδια, ακτές, ιχθυότοποι…). Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε τις κοινότητες των πόλεων, των πανεπιστημίων, του διαδικτύου (μοίρασμα των γνώσεων).

Η διαχείριση των κοινών είναι μια  πρακτική που μπορεί να ενισχύσει γενικότερα την αριστερά, να προωθήσει τη δική της ατζέντα κάτω, μάλιστα, από τις ιδιόρρυθμες για την αριστερά σημερινές συνθήκες (μνημόνια, επιτροπείες κλπ), ακριβώς διότι δεν βρίσκεται άμεσα στο στόχαστρο του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, κάποιο τρόπο, συνυπάρχει με αυτές τις μορφές κοινωνικο-οικονομικής πρακτικής. Ζητούμενο είναι και η πίεση προς την κατεύθυνσης της καθιέρωσης νομικών, κοινωνικών και θεσμικών κανόνων που θα προωθούν τη διαχείριση των κοινών και την προστασία των πόρων. Απαιτούνται, επομένως, νέες  μορφές διαχείρισης των κοινών  αλλά και μια μορφή συντονισμού και ομοσπονδοποίησης σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει και ένα επιπλέον σημαντικό ζητούμενο: πώς θα πεισθούν (κυρίως οι νεώτερους)  να προσχωρήσουν στην οργάνωση τέτοιων σχημάτων, πώς δηλαδή θα αλλάξουν οι παλιές νοοτροπίες που συνδέονται με αποτυχημένες μορφές συλλογικής δράσης .

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Bollier, David, 2016, Κοινά: Μια Σύντομη Εισαγωγή, Angelus Novus, Αθήνα.

Συλλογικό, 2016, Κοινά Αγαθά και Κοινωνικά Κινήματα, Εκδόσεις των   Συναδέλφων, Αθήνα

Συλλογικό, 2013, Κοινωνική Οικονομία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα.

Συλλογικό, 2016, Θέματα Κοινωνικής Οικονομίας, Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικονομίας, Θεσσαλονίκη.

Νασιούλας, Ιω. 2020, Κοινωνική Οικονομία: μια πρώτη Προσέγγιση, Ορθός Λόγος,  Θεσσαλονίκη.

Vienney, C. 2008, Η Κοινωνική Οικονομία, Πολύτροπον, Αθήνα.

 

Παράρτημα

Print Friendly, PDF & Email



/ Γραφές

Τα κοινά

/ Γραφές

Οι δύο Ελλάδες

Στην ίδια ενότητα