16 Ιουλίου 2017 | Ανθρωποι |

Η Λέσβος των προσφύγων μέσα από τα μάτια ενός Αμαλιαδίτη: «Για να συνυπάρξεις δεν χρειάζεται να μιλάς την ίδια γλώσσα…»

«Όταν βλέπεις τους πρόσφυγες μέσα στη νύχτα, μέσα στις σκισμένες βάρκες να πνίγονται, δεν βλέπεις ούτε χρώμα, ούτε θρησκεία, βλέπεις μόνο ανθρώπους και τρέχεις να τους σώσεις. Δεν σκέφτεσαι τίποτα, τρέχεις να βοηθήσεις με οποιονδήποτε τρόπο. Και όταν τους βγάζεις στη στεριά και σε αγκαλιάζουν, κλαίνε, σου φιλούν τα χέρια, δεν βλέπεις τίποτα άλλο πέρα από το ότι είναι άνθρωποι όπως εσύ…», με αυτά τα λόγια περιγράφει τα όσα έζησε επί οκτώ μήνες στο νησί της Λέσβου ο Αμαλιαδίτης Χρήστος Λιακόπουλος.

«Αυτό είναι αλληλεγγύη» λέει ο άνθρωπος που έζησε οκτώ συγκλονιστικούς μήνες στη Μυτιλήνη, δίπλα στους πρόσφυγες, δίπλα στους ντόπιους και έγινε ένα με αυτούς. Και σήμερα, μεταφέρει στην ‘Π’ την εμπειρία του, μια εμπειρία ζωής.

Ο Χρήστος Λιακόπουλος σε συλλαλητήριο για το προσφυγικό

Συνειδητή επιλογή

Ο Χρήστος Λιακόπουλος επί της ουσίας βρέθηκε στην Μυτιλήνη ως οικονομικός μετανάστης μέσα στην ίδια του τη χώρα. Όντας άνεργος είχε υποβάλλει αίτηση στα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας του ΟΑΕΔ και ανάμεσα στις επιλογές του ήταν και το νησί της Λέσβου. Συνειδητή επιλογή, αφού ήθελε να ζήσει από κοντά την κατάσταση και να προσφέρει βοήθεια. Άλλωστε, και στο κέντρο προσφύγων στην Μυρσίνη πρόσφερε εθελοντικά.

«Θεώρησα ότι ήταν ευκαιρία να δω το πρόβλημα στη ρίζα του, να το ζήσω, έτσι ώστε να δω πώς μπορούμε να βοηθήσουμε» λέει χαρακτηριστικά και υπογραμμίζει ότι άλλα ακούγονται και άλλα συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

Η ανθρωπιά δεν έχει φυλή, χρώμα, θρησκεία

Η πρώτη εικόνα

Έφθασε στο νησί την 1η Νοεμβρίου 2016, για να εργαστεί στον τομέα καθαριότητας. Αρχικά είχε άλλη εικόνα αλλά όταν πάτησε το πόδι του στη Μυτιλήνη είδε κάτι άλλο: «Είδα ένα νησί στο οποίο κυκλοφορούσαν χιλιάδες κόσμου, διαφόρων εθνικοτήτων, ένα πολιπολιτισμικό μέρος, όπου οι άνθρωποι παρά τα προβλήματά τους και οι ντόπιοι και οι πρόσφυγες ήταν με χαμόγελο στα χείλη και με διάθεση να βοηθήσουν. Εγκλιματίστηκα από την πρώτη στιγμή, πήγα και στο Εσπερινό σχολείο για το απολυτήριό μου, όπου είχα πολύ καλή αντιμετώπιση και με καλοδέχτηκαν όλοι και εκεί αντιλήφθηκα ότι θέλω να βοηθήσω. Εξέφρασα το ενδιαφέρον μου για ανθρωπιστικό έργο και για τους Έλληνες και για τους πρόσφυγες».

Ο Χρήστος βρέθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους από τη Συρία, την Αφρική, το Πακιστάν, το Ιράκ, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Ανθρώπους που έφταναν στο νησί με τρύπιες βάρκες, μέσα από κακουχίες, με λιγοστά ή έως καθόλου πράγματα στα χέρια. Άνθρωποι οι οποίοι μετά την καταγραφή τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τις ιατρικές εξετάσεις, πήγαιναν στα κέντρα τακτοποίησης στη Μόρια και το Καρά Ντεπέ. Οικογενειάρχες με παιδιά, άνθρωποι μόνοι, παιδιά μόνα που φιλοξενούνται αλλού.

Όπως λέει ο ίδιος, οι Σύριοι είναι πιο μορφωμένοι και βρέθηκε δίπλα σε γιατρούς, δασκάλους, μηχανικούς, που άφησαν τα σπίτια και τις ζωές τους για ένα καλύτερο αύριο και βρέθηκαν τελικά στη Λέσβο. Άνθρωποι που μετά την τακτοποίησή τους στο νησί άρχισαν να ενεργοποιούνται εθελοντικά, να ασχολούνται με τις δομές, να γίνονται διερμηνείς. Όλοι έχουν άδεια εξόδου από τα κέντρα φιλοξενίας και με τις κάρτες που τους έχει δώσει η Ύπατη Αρμοστεία , μπορούν να πληρώσουν τα εισιτήριά τους στο λεωφορείο, να κάνουν ψώνια, να μην αισθάνονται απομονωμένοι αλλά να κοινωνικοποιηθούν.

Πάντα ενεργός στην κοινωνική κουζίνα

«Αρχικά οι συνθήκες διαβίωσης ήταν κακές, γι’ αυτό και υπήρχαν αντιδράσεις. Είχαν εισχωρήσει και διάφοροι αλληλέγγυοι και ΜΚΟ και οι αρχές δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Όταν αποχώρησαν αυτοί και απέκτησαν εμπειρία εκεί οι αρχές, ο δήμος, μετά τα τραγικά γεγονότα και με τη χιονόπτωση, τοποθετήθηκαν οικίσκοι, καθαριότητα, σίτιση, βελτιώθηκε η κατάσταση. Οι περισσότεροι τώρα έχουν εγκλιματιστεί στη Μυτιλήνη, εγκληματικότητα δεν υπάρχει, αφού οι άνθρωποι εκεί παρκάρουν και αφήνουν τα κλειδιά στα αυτοκίνητα» αναφέρει μεταξύ άλλων.

Με τον ιδρυτή της κοινωνικής κουζίνας Κώστα Πολυχρονόπουλο

Ιστορίες διαφορετικές

Επί οκτώ μήνες έζησε τους πρόσφυγες από κοντά, τον φώναζαν με το μικρό του όνομα, του έλεγαν ιστορίες από τη ζωή τους, του έδειχναν φωτογραφίες. Στο ερώτημα για το ποια ιστορία τον συγκίνησε περισσότερο, δίνει την εξής απάντηση: « Η κάθε ιστορία είναι διαφορετική. Συγκρατώ πιο πολύ τα παιδιά και τους εφήβους, το ζήλο τους να πάνε σχολείο και να μάθουν γράμματα. Το Εσπερινό σχολείο εκεί έχει πολλά προσφυγόπουλα και το καθένα έχει διαφορετικό ταλέντο, είτε στις Γλώσσες, στη ζωγραφική, τη μουσική. Θέλουν όλα να μορφωθούν. Συμμετείχαν σε όλες τις δράσεις, ενώ πολλά παιδιά έλαβαν μέρος και στην παρέλαση με την Ελληνική σημαία. Την αγκάλιαζαν και τη φιλούσαν…».

Ο Χρήστος είδε από κοντά τις βάρκες να φθάνουν στο νησί, βάρκες σκισμένες, ανθρώπους να καλούν σε βοήθεια, ανθρώπους να πνίγονται. Έτρεξε, βοήθησε χωρίς να διστάσει και κάθε φορά που περνούσε από το ίδιο σημείο που είχε περάσει μια βάρκα και έβλεπε ξεβρασμένα σωσίβια, το μόνο που έλεγε ήταν: «Μακάρι να σώθηκαν».

Ο Χρήστος Λιακαόπουλος μαζί με προσφυγόπουλα που συμμετείχαν στην παρέλαση

Κοινωνική κουζίνα

Ο ίδιος κατά την παραμονή του ανέπτυξε και μία ακόμη δράση. Ένα Σάββατο πρωί, διερχόμενος από την πλατεία Σαπφούς, την κεντρική πλατεία της Μυτιλήνης ‘ανακάλυψε’ την Ομάδα κοινωνικής κουζίνας ‘Ο άλλος άνθρωπος’ με τον Κωνσταντίνο Πολυχρονόπουλο. Πήγε εκεί και έγινε και αυτός εθελοντής και κάθε Σάββατο ετοίμαζαν συσσίτιο για πρόσφυγες, άστεγους, Έλληνες που ντρέπονταν στην αρχή να πλησιάσουν, αλλά σιγά- σιγά άρχισαν να δέχονται ένα πιάτο φαγητό μαγειρεμένο με αγάπη.

Όλοι μαζί στην κοινωνική κουζίνα

 

Γιατί το φαγητό είναι υπόθεση όλων!

Τα Χριστούγεννα πήγαν και μαγείρεψαν στη Μόρια και συμμετείχαν όλοι και αντάλλαξαν και συνταγές με τους πρόσφυγες. Και όταν η κοινωνική κουζίνα ξέμεινε από τρόφιμα, ο Χρήστος ήρθε σε επαφή μέσω facebook με κάποιους φίλους μουσικούς και οργανώθηκε ένα μουσικό πάρτι στην πλατεία Σαπφούς και η συμμετοχή των ανθρώπων σε προσφορά τροφίμων ήταν τέτοια, που γέμισε πάλι η αποθήκη της κοινωνικής κουζίνας.

Στο Εσπερινό σχολείο με τους πρόσφυγες

Με ένα όνειρο

Όπως λέει ο Χρήστος Λιακόπουλος, η συνύπαρξη πλέον ντόπιων και προσφύγων είναι πολύ φιλική και μόνο ένα 5% του τοπικού πληθυσμού δεν τους θέλει, γιατί θεωρεί ότι κάνουν κακό στο νησί.

Βέβαια και οι πρόσφυγες είναι επί της ουσίας εγκλωβισμένοι εκεί, με αβέβαιο μέλλον, αφού οι καθυστερήσεις, η κωλυσιεργία του κρατικού μηχανισμού, η αναμονή, τους οδηγούν στην απελπισία και γι’ αυτό έχουν προκληθεί και κάποιες εξεγέρσεις.

«Οι περισσότεροι ξεκίνησαν με ένα όνειρο, ότι θα πάνε στην Ευρώπη που έχουν συγγενείς για μια καλύτερη ζωή και τελικά η Ευρώπη τους ύψωσε τα τοίχοι . Πίσω δεν μπορούν να γυρίσουν και υπομένουν ένα αβέβαιο μέλλον» θα πει ο Χρήστος, ο οποίος επισημαίνει ότι οι οκτώ μήνες που έζησε εκεί ήταν εμπειρία ζωής και αισθάνεται ότι έβαλε και αυτός ένα μικρό λιθαράκι«Αν ο κάθε άνθρωπος έβαζε ένα λιθαράκι, αν ο καθένας βοηθούσε όπως οι κάτοικοι της Λέσβου, θα είχαμε έναν καλύτερο κόσμο, ένα καλύτερο αύριο» αναφέρει.

Στο ερώτημα για το πώς μπορούν να συνυπάρξουν τόσοι άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, η απάντησή του είναι αφοπλιστική και είναι το μήνυμα που πρέπει να πάρει όποιος θέλει να λέγεται άνθρωπος: «Για να συνυπάρξεις στον ίδιο χώρο, δεν χρειάζεται να μιλάς την ίδια γλώσσα, να είσαι από την ίδια φυλή, να έχεις το ίδιο χρώμα. Αρκεί να απλώσεις το χέρι σου και να χαμογελάσεις…».



/ Γραφές

#ΕπόμενηΜέρα

Στην ίδια ενότητα