30 Ιουνίου 2017 | Γραφές |

Το φράγμα Τσικνιά και η διαχείριση των υδατικών πόρων

Με τόσους εκφρασμένους φόβους για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά και το κόστος αυτού του φράγματος, γιατί επανέρχεται η πρόταση για φράγμα 12.500.000 m3; Είναι τόσο αδήριτες οι ανάγκες που σχεδιάζεται να καλύψει και δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι να καλυφθούν αυτές;

Το φράγμα Τσικνιά, του οποίου  η μελέτη βρίσκεται στο β” στάδιο με τη γνωμοδότηση του Περιφερειακού Συμβουλίου, είναι ένα πολύ μεγάλο έργο και αυτό πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς για πολλούς λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι το πολύ μεγάλο κόστος του σε μια εποχή οικονομικής στενότητας κατά την οποία πρέπει με ιδιαίτερη προσοχή να εξακριβώνεται η αναγκαιότητα, η προτεραιότητα και η ανταποδοτικότητα του κάθε έργο.

Οι κίνδυνοι για το οικοσύστημα του κόλπου Καλλονής

Άλλος εξαιρετικής σπουδαιότητας παράγων που θα έπρεπε να ερευνηθεί πριν από τη μελέτη των τεχνικών χαρακτηριστικών του ίδιου του έργου, είναι οι συνέπειές του στο περιβάλλον.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα έχουμε ένα έργο με σοβαρές επιπτώσεις στη ροή των επιφανειακών νερών και των φερτών υλών από τη μεγαλύτερη λεκάνη απορροής του Αιγαίου που καταλήγουν σ” ένα κλειστό κόλπο – τον κόλπο της Καλλονής- με εξαιρετικά πλούσιο και άλλο τόσο ευαίσθητο ενάλιο οικοσύστημα, το οποίο αποτελεί πόρο ζωής για την περιοχή και οφείλουμε να διαφυλάξουμε σαν πολύτιμο πόρο.

Γι” αυτού του είδους τις επιπτώσεις έχουν εκφράσει την ανησυχία τους επιστήμονες του Πανεπιστημίου Αιγαίου σχετικοί με το αντικείμενο, καθώς και η Δ/νση Αγροτικής Οικονομίας της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, η οποία γνωμοδότησε αρνητικά επί  της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) του έργου.  Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι μια μελέτη για φράγμα στην ίδια περιοχή με παρόμοιο μέγεθος, απερρίφθη το 1999 κατά τη διαδικασία έγκρισης της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Τότε, για την υποβοήθηση της γνωμοδότησης του Νομαρχιακού Συμβουλίου συστάθηκε επιστημονική επιτροπή που περιελάμβανε τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου Μ. Καρύδη που είχε μελετήσει την περιοχή, καθώς και ερευνητές του Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΚΘΕ).

Η επιτροπή αυτή πρότεινε να σχεδιασθεί μικρότερο φράγμα που να μην υπερβαίνει σε όγκο τα 6-7 εκατομμύρια m3 (μισό σε όγκο από το προτεινόμενο) και να τεθεί ως απαραίτητος περιβαλλοντικός όρος η παρακολούθηση του θαλάσσιου και χερσαίου οικοσυστήματος με δειγματοληψίες και μετρήσεις φυσικών και βιολογικών παραμέτρων, η οποία έπρεπε να αρχίσει άμεσα και πριν τη δημοπράτηση του έργου, ώστε, αν απαιτηθεί, να γίνουν οι απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις.

Οι ανάγκες που σχεδιάζεται να καλύψει το φράγμα

Με τόσους εκφρασμένους φόβους λοιπόν για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά και το κόστος αυτού του φράγματος, γιατί επανέρχεται η πρόταση για φράγμα 12.500.000 m3; Είναι τόσο αδήριτες οι ανάγκες που σχεδιάζεται να καλύψει και δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι να καλυφθούν αυτές;

Ας εξετάσουμε τις ανάγκες αυτές όπως περιγράφονται στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

«Τα υπό μελέτη έργα ύδρευσης της νήσου Λέσβου από το φράγμα Τσικνιά (Α’ Φάση) έχουν σκοπό την ποιοτική και ποσοτική εξασφάλιση του απαραίτητου νερού ύδρευσης των οικισμών της Καλλονής, της Αγίας Παρασκευής και της πόλης της Μυτιλήνης. Εκτός από αυτούς, μετά την κατασκευή των έργων Α’ φάσης θα δύνανται να υδροδοτηθούν και άλλοι οικισμοί με την προϋπόθεση σύνδεσής τους με τους αγωγούς μεταφοράς νερού. Μελλοντικά προβλέπεται το φράγμα Τσικνιά να συνεισφέρει και στην κάλυψη των αρδευτικών αναγκών στη περιοχή πλησίον του ταμιευτήρα (πεδιάδα Καλλονής και Αγία Παρασκευή). Στη Β’ φάση θα μελετηθούν όλα τα υπόλοιπα έργα για την υδροδότηση και άλλων οικισμών του νησιού από τον ταμιευτήρα του φράγματος Τσικνιά».

Κατ” αρχάς αμφιβάλλουμε γι” αυτή την ιεράρχηση της κάλυψης των υδρευτικών αναγκών στους οικισμούς του νησιού, αφού γνωρίζουμε ότι η υπ” αριθμόν ένα περιοχή με φαινόμενα λειψυδρίας είναι η περιοχή του Πολιχνίτου, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην πρώτη φάση των έργων. Επίσης γνωρίζουμε ότι σε χρονιές χαμηλής στάθμης βροχοπτώσεων, η πόλη της Μυτιλήνης προς το τέλος της ξηράς περιόδου καλύπτει με κάποια δυσκολία τις ανάγκες της. Εφ” όσον όμως οι σημερινές απώλειες κατά τη μεταφορά του νερού από τα Ύδατα στην πόλη ξεπερνούν το 50% -λόγω της κατάστασης των αγωγών-, είναι ευνόητο ότι με μια ανανέωση του δικτύου θα προστεθεί μια κατά 30% επιπλέον ποσότητα νερού στις δεξαμενές της πόλης και θα εξασφαλίσουμε την επάρκειά του για πολλά χρόνια και με αύξηση του πληθυσμού της.

Στους οικισμούς της Καλλονής και της Αγίας Παρασκευής δεν παρουσιάζονται ελλείψεις. Εν τούτοις ένα μικρό φράγμα Τσικνιά όπως έχει γνωμοδοτήσεις η επιτροπή του 1999 μπορεί να καλύψει και τις αρδευτικές ανάγκες της περιοχής αλλά και τους οικισμούς. Ένα τέτοιο φράγμα θα έχει πολύ μικρότερο κόστος και θα είναι πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμο σε αντίθεση με το τεράστιο φράγμα των 12.000.000 κυβ. μέτρων με κόστος μεγαλύτερο των 100 εκατομ. ευρώ  και αρκετά χρόνια μέχρι την ολοκλήρωση και λειτουργία του.

Όσο για τον Πολιχνίτο θα έρθει η σειρά του, αφού ολοκληρωθεί το φράγμα Τσικνιά και μετά από μελέτες και εξασφάλιση νέων κονδυλίων, για να μπορέσει να συνδεθεί με τον αγωγό που θα μεταφέρει το νερό στη Μυτιλήνη.  Το σχέδιο για ένα μικρό ταμιευτήρα που θα καλύψει τις ανάγκες ύδρευσης των οικισμών και τις αρδευτικές της περιοχής εγκαταλείπεται και επιλέγεται η κατασκευή ενός πολύ μεγάλου φράγματος που σταδιακά και σε βάθος χρόνου θα καλύψει τις ανάγκες του 70% του νησιού μέσω ενός επίσης τεράστιου δικτύου αγωγών.

Μια άλλη λογική στο σχεδιασμό των έργων

Αυτό ακριβώς το θέμα αφορά και η βασική μας αντίρρηση.  Επιλέγεται η αντιμετώπιση των διάφορων μικρών ελλείψεων -διάσπαρτων στο νησί-, με ένα κεντρικό πολύ μεγάλου όγκου και κόστους έργο, με μεγάλη περιβαλλοντική διακινδύνευση και πολύ δύσκολα διαχειρίσιμο. Ενώ η αυθόρμητη και, κατά τη γνώμη μας, προσαρμοσμένη στην πραγματικότητα του νησιού αντιμετώπιση των αναγκών είναι η αντιμετώπισή τους με μικρά έργα, στοχευμένα στις κατά τόπους ανάγκες, πολύ μικρότερου κόστους, και πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμα.

Η αντικατάσταση του αγωγού μεταφοράς νερού στην πόλη της Μυτιλήνης από τα Ύδατα είναι αναπόφευκτη. Περιλαμβάνεται και στη μελέτη για το φράγμα Τσικνιά. Γιατί δεν προχωράμε σ”  αυτήν, ώστε να εξασφαλίσουμε την επάρκεια νερού για αρκετά χρόνια και συν τω χρόνω εξετάζουμε τις περαιτέρω ανάγκες σε συσχετισμό με την ανάπτυξη της πόλης;   Γιατί δεν προχωράμε τη μελέτη του ταμιευτήρα για το Πολιχνίτο, ώστε να έχουμε ετοιμότητα για τη χρηματοδότησή του;

Και κυρίως, γιατί δεν καταλήγουμε πρώτα σε ένα κοινά αποδεκτό σχέδιο διαχείρισης των υδατικών πόρων του νησιού, στην κατάρτιση του οποίου θα έχει εμπλακεί το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και η Δ/νση Υδάτων Αιγαίου, που έχουν την επιστημονική επάρκεια, αλλά και παρακαταθήκη στοιχείων, ερευνών και μελετών επί του θέματος;

Print Friendly, PDF & Email



/ Γραφές

Τα κοινά

/ Γραφές

Οι δύο Ελλάδες

Στην ίδια ενότητα