6 Ιουνίου 2017 | Γραφές |

Η «νέα διαπλοκή» ηττήθηκε, η παλιά καλά κρατεί

Η Τετάρτη, 31η Μαΐου, θα γραφεί στην ιστορία με χρυσά γράμματα, σαν μέρα που χτυπήθηκε κατάστηθα η διαπλοκή. Για την ακρίβεια, η νέα διαπλοκή, που με τόση επιμέλεια σχεδίαζαν να επιβάλουν στον ανεξάρτητο και αδέσμευτο χώρο των μίντια οι εχθροί τού φιλελευθερισμού και του εκσυγχρονισμού, οι γνωστοί λαϊκιστές.

Επιτέλους, με τη βοήθεια του καλού θεού των πλειοδοτικών διαγωνισμών, το κουφάρι του ΔΟΛ που άφησαν πίσω τους οι προηγούμενοι ανεξάρτητοι και αδέσμευτοι ιδιοκτήτες του, κατακυρώθηκε σε έναν υπεράνω πάσης υποψίας επιχειρηματία, τον κ. Μαρινάκη, ο οποίος πια θα έχει υπό την εποπτεία του το «Βήμα», τα «Νέα», τις ιστοσελίδες τους, το 50% της εκτυπωτικής «Ίρις», το 40% της εταιρίας διανομής «Άργος» και το 22% του τηλεοπτικού «Μέγκα».

Αξίζει να τονιστεί ότι με την εξέλιξη αυτή δεν αποφύγαμε μόνο τον κίνδυνο της παράδοσης αυτών των μέσων σε έναν καταφανέστατα διαπλεκόμενο, όπως ο κ. Σαββίδης, αλλά και τον κίνδυνο να παραδοθούν σε ξένα χέρια αυτά τα εθνικά μέσα, καθώς ο δεύτερος πλειοδότης ήταν μια εταιρία ξένων, κυπριακών, συμφερόντων. Ευτυχώς, και από αυτή την πλευρά το έθνος παρέμεινε καλυμμένο.

Αφωνία Μητσοτάκη

Αυτό που προξενεί κατάπληξη, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι, ως τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει σπεύσει η ηγεσία της ΝΔ, ή έστω το γραφείο τύπου της, να πανηγυρίσει αυτή τη νίκη της δημοκρατίας έναντι του διαπλεκόμενου λαϊκισμού. Όλοι περιμέναμε μιαν αντίδραση, καθώς είναι τόσο πρόσφατες οι μάχες που έδωσε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με ανάληψη της ευθύνης προσωπικά από τον ίδιο τον αρχηγό της, γνωστό πολέμιο της απανταχού διαπλοκής, εναντίον του επίδοξου διεκδικητή της ιδιοκτησίας διαφόρων μίντια, που δεν έχει τα πιστοποιητικά διαφάνειας και αμεροληψίας τα οποία διαθέτει ο, τελικά, πλειοδότης. Ίσως το έκανε προκειμένου να αποφύγει να εκθέσει αδικαιολόγητα τον τελευταίο, καθώς φημολογείται ότι είναι στενές οι σχέσεις του τόσο με τον πολιτικό χώρο όσο και με την οικογένεια Μητσοτάκη. Οποιαδήποτε υπερβολή εκ μέρους της ηγεσίας της ΝΔ είναι φανερό ότι θα προκαλούσε υποψίες για μεροληπτική στάση έναντι ενός επιχειρηματία, ο οποίος κάνει ό,τι μπορεί, ώστε να διατηρήσει τη γνωστή ανεξαρτησία και αμεροληψία (που υπερβαίνει ορισμένες φορές και τα όρια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας) των μέσων που του χάρισαν ο καλός θεός των πλειοδοτικών διαγωνισμών και η μεγάλη οικονομική επιφάνειά του.

Χωρίς αστεία

Καιρός, όμως, να αφήσουμε τ’ αστεία και να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα. Ας φανταστούμε, πρώτα απ’ όλα, τι θα γινόταν από την επόμενη ώρα που θα ανακοινωνόταν το αποτέλεσμα του πλειοδοτικού διαγωνισμού, αν τον κέρδιζε ο κ. Σαββίδης, που δεν ξέρουμε κιόλας αν το επιδίωξε σοβαρά, αν κρίνουμε από το ύψος της προσφοράς του και από το γεγονός ότι ήδη διαθέτει και το 20% του «Μέγκα». Σε ποια κεραμίδια θα θεωρούσε απαραίτητο να ανεβεί ο κ. Μητσοτάκης, για να καταγγείλει τη νέα διαπλοκή; Με την παλιά φαίνεται ότι τα πάει μια χαρά.

Ας αφήσουμε, ωστόσο, τον κ. Μητσοτάκη, που όλοι ξέρουν ότι για το συμφέρον του και το συμφέρον του κόμματός του πάλευε, όταν έλεγε ότι παλεύει εναντίον της νέας διαπλοκής. Απόδειξη η σημερινή βουβαμάρα του. Το ερώτημα είναι γιατί συντάχθηκε με τις επιλογές του και η διεύθυνση των μέσων του ΔΟΛ, πολεμώντας με απίστευτο τρόπο από τα έντυπα που κυκλοφορούν ακόμα το ενδεχόμενο να πλειοδοτήσει στο διαγωνισμό ο κ. Σαββίδης. Πόσο αθώα ήταν η έμμεση υποστήριξη του κ. Μαρινάκη σε μια στιγμή που διεξαγόταν ένα πλειοδοτικός διαγωνισμός με τυπικά κλειστές προσφορές; Και πόσο καχύποπτος μπορεί να είναι, τάχα, όποιος σκεφτεί πως η σχετική διαδικασία μπορεί και να πάσχει εξαιτίας όλων αυτών των πρωτοφανών και παραδόξων;

Τα συμφέροντα των εργαζομένων

Ένα άλλο ερώτημα αφορά ορισμένους από τους εργαζόμενους του ΔΟΛ (και, δυστυχώς, όχι μόνον αυτούς που σιτίστηκαν πλουσιοπάροχα), που έμοιαζαν να σιγοντάρουν απερίσκεπτα τη διεύθυνση και τους εξτρεμισμούς της. Αναρωτιούνται, άραγε, ποιο μπορεί να είναι το μέλλον των εντύπων στα οποία εργάζονται, όταν βρεθούν στα χέρια ενός επιχειρηματία που, από ό,τι φαίνεται, θα υπερακοντίσει τη σημερινή διεύθυνσή τους σε δεξιόστροφο προσανατολισμό και αντικυβερνητική υστερία; Θα πάνε καλύτερα επιχειρηματικά-οικονομικά απ’ ό,τι μέχρι τώρα ή χειρότερα μ’ αυτή τη «γραμμή», σε μια αγορά όπου υπερεκπροσωπείται η δεξιά πολιτική και δεν έχει ουσιαστικά καμιά δυνατότητα έκφρασης το προοδευτικό κέντρο, δηλαδή ο χώρος απ’ όπου παραδοσιακά αντλούσε ο ΔΟΛ τους αναγνώστες του; Δεν τους ανησυχεί η καθοδική πορεία της κυκλοφορίας ή μήπως έχουν την αυταπάτη ότι όλα μπορεί να τα λύσει με μαγικό τρόπο η ελπιζόμενη απλοχεριά του νέου ιδιοκτήτη;

Ερωτήματα προς την κυβέρνηση

Αφήσαμε για το τέλος δύο ερωτήματα (στη συσκευασία του ενός…) που αφορούν την κυβέρνηση. Με την εξέλιξη που δίνει πια η ίδια η ζωή στα πράγματα, είναι ικανοποιημένη από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε, νομοθετικά και πολιτικά, το κρίσιμο πρόβλημα της διαπλοκής στα μίντια και την ανάγκη απαλλαγής τους από αυτήν; Ή από τον τρόπο με τον οποίο διευκόλυνε (ή απέφυγε να διευκολύνει) τη δημιουργία και την ανάπτυξη νέων μέσων απαλλαγμένων από τον εναγκαλισμό των βαρόνων και των δισεκατομμυριούχων;

Και, τέλος, ασχολήθηκε ή σκοπεύει άμεσα να ασχοληθεί με τη νομοθέτηση της επαναφοράς μιας στοιχειώδους προστασίας των συμφερόντων των εργαζομένων, στους οποίους, παρότι οφείλονται αμέτρητα δεδουλευμένα και αποζημιώσεις, ο ισχύων «νόμος Δένδια» αποδίδει στην καλύτερη περίπτωση ελάχιστο ποσοστό των οφειλομένων, ενώ τους αφήνει και παντελώς στο έλεος των νέου ιδιοκτήτη; Αν δεν είχε αντιληφθεί ως τώρα αυτή την ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης, υπό το φως των εξελίξεων δεν μπορεί να πει πως δεν τη βλέπει.

 



Στην ίδια ενότητα