13 Απριλίου 2017 | Editorial |

Όταν ένα παιδί έχει την… ατυχία να κλείσει τα 18

Ο Μεχντί από το Μαρόκο βρισκόταν στην Πτέρυγα Ανηλίκων στη Μόρια. Είναι από αυτά τα παιδιά που δεν είχαν δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα. Γέλαγε όσο μπορούσε τους μήνες που ήταν έγκλειστος στην πτέρυγα, κούρνιαζε στην αγκαλιά μας όταν το μυαλό του έξυνε τις παλιές πληγές, έκλαιγε σιωπηλά όταν σκεφτόταν την ενηλικίωση του. Ο Μεχντί από το Μαρόκο. Τι ελπίδες είχε να κτίσει μια νέα ζωή;

Τη μέρα που έγινε 18, μέσα στο καταχείμωνο, κουκουλώθηκε με την κουβέρτα του κι έμεινε εκεί. Δεν είχε δικαίωμα να σβήσει κεράκια. Ούτε να βγει με τους φίλους του. Δεν είχε δικαίωμα να διασκεδάσει, να πιει, να κάνει ρε αδελφέ, ότι κάνει ένας 18χρονος τη μέρα των γενεθλίων του. Του έδειξαν την πόρτα της εξόδου. Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη μέρα. Δεν έχει σημασία. Μια κουβέρτα, τα λιγοστά του ρούχα και έξω. «Που θα πάω;», ρώτησε με απόγνωση. «Μακριά από την καμπούρα μου και όπου θες». Αυτή ήταν η απάντηση του τότε διοικητή. Η ίδια απάντηση που έπαιρναν όλα τα παιδιά που έφταναν στην ενηλικίωση.

Μα ο χειμώνας ήταν σκληρός. Στη Μόρια, πολύ περισσότερο. Το χιόνι είχε σκεπάσει τις σκηνές. Ο Μεχντί κρύωνε. Στεκόταν ώρες στην ουρά για να πάρει φαγητό. Οι μεγαλύτεροι τού έπαιρναν τη σειρά. Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η παγωνιά τού πιρούνιαζε τα κόκαλα. Η απελπισία, τού σκοτείνιαζε τα μάτια. Ο Μεχντί γέρασε. Απέκτησε ρυτίδες στο πρόσωπο του. Στα 18 του ήταν πια γέρος.

Τον βάλαμε κρυφά μέσα στη πτέρυγα. Μαζί και τα άλλα παιδιά, που είχαν ανέβει στον καταυλισμό. Τους κρύβαμε στην κουζίνα, στο play room. Δεν μπορούσαν να βγουν έξω. Αν τους έβλεπε η αστυνομία, θα τους γύρναγε στο κολαστήριο. Πάνω στον καταυλισμό με τις χιονισμένες σκηνές. Και ήρθε η άνοιξη. Ο Μεχντί, όμως, αρρώστησε. Φυματίωση! Του φόρεσαν μάσκα. Δεν ξέρω τι του είπαν. Θυμάμαι όμως τα μάτια του. Τα μάτια του 18χρονου γέρου, που με τρόμο με ρωτούσαν «γιατί;»…

Ο Μεχντί, βρέθηκε στο νοσοκομείο, σε καραντίνα. Μια βδομάδα σε απομόνωση και μετά επέστρεψε. Περιφερόταν καμπουριασμένος με τη μάσκα στο πρόσωπο. Δεν μίλαγε πια. Ένιωθες, ότι έχει τελειώσει. Ο Μεχντί το αποφάσισε. «Θα γυρίσω πίσω», μας είπε. «Θα γυρίσω στο Μαρόκο. Κουράστηκα».

Εκείνη την ημέρα υπέγραψε. Ήρθε η αστυνομία και τον πήρε στα κρατητήρια. Αύριο θα φύγει για Μαρόκο, λέμε… Έχουν περάσει κοντά δέκα μέρες. Αναρωτιόμασταν πώς θα είναι πίσω στην πατρίδα του. Μέχρι που χθες, κάποιος τον είδε με χειροπέδες να συνοδεύεται από δυο αστυνομικούς. Ο Μεχντί με χειροπέδες;  «Αργούν οι διαδικασίες του επαναπατρισμού».

Αυτό λοιπόν. Ο Μεχντί από το Μαρόκο, που έφυγε από την πατρίδα του, κυνηγημένος από τους δικούς του δαίμονες, που έκανε όλο αυτό το ταξίδι του θανάτου, που έμεινε μήνες έγκλειστος στην πτέρυγα ανηλίκων. Ο Μεχντί που εκδιώχτηκε στα 18 του χωρίς οίκτο, που αρρώστησε, που γέρασε, που η απελπισία και η απογοήτευση τον οδήγησαν στην απόφαση της επιστροφής, βρίσκεται ακόμα στα κρατητήρια μαζί με «παραβατικούς» και μη.
Ο Μεχντί από το Μαρόκο, τιμωρείται ακόμα και για την απόφαση του, να γυρίσει στη πατρίδα του.



/ Γραφές

#ΕπόμενηΜέρα

Στην ίδια ενότητα