ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι

Από τον ληστή στον αντάρτη: Η εξέγερση των Γιαγιάδων στη Σάμο

Η ιστορία των ενόπλων κινημάτων στη Σάμο, ή της πρωτόγονης ή αρχαϊκής επανάστασης, σύμφωνα με την ορολογία του Έρικ Χόμπσμπάουμ, και κυρίως η αντιπαράθεση ανάμεσα στους χωροφύλακες και τους «ληστές» της οικογένειας Γιαγιά πέρασαν διαμέσου του θεάτρου σκιών του Θανάση Σπυρόπουλου στη λαϊκή παράδοση.

Ο καραγκιοζοπαίκτης Σπυρόπουλος εμπνευσμένος από τα παιδικά του ακούσματα των τραγουδιών του Ρούκουνα ανέβασε αργότερα την παράσταση «Οι λήσταρχοι Γιαγιάδες και το κάψιμο της μάνας», αποδεικνύοντας τη μεγάλη απήχηση της πρωτόγονης ή αρχαϊκής επανάστασης «τόσο στα αστικά περιβάλλοντα, που μάλλον διψούν για φολκλόρ ιστορίες, όσο, πρωτίστως, και στις αγροτικές κοινωνίες, των οποίων ο παραδοσιακός ένοπλος «ληστής» ή «αντάρτης» είναι τέκνο», όπως υπογραμμίζει και ο Ν. Βαφέας στο βιβλίο του “Από τον Ληστή στον Αντάρτη”

Σε αυτό το αφιέρωμα, διαβάστε την εισήγηση του Ν. Θεοτοκά, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Ν. Βαφέα, καθώς επίσης και την σχετική ειδησεογραφία του Ριζοσπάστη της εποχής, από όπου φαίνεται και η στάση που κράτησε το ΚΚΕ, απέναντι σε αυτό το κίνημα.

Από τον Ληστή στον Αντάρτη

Του Νίκου Θεοτοκά

Οι Φίλοι των ΑΣΚΙ και οι Εκδόσεις Νήσος οργάνωσαν την παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Βαφέα «Από τον ληστή στον αντάρτη. Τα ένοπλα κινήματα των Γιαγάδων στη Σάμο (1914-1925)» τη Δευτέρα 25 Ιουνίου 2013 sτον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων . Για το βιβλίο μίλησαν ο Νίκος Θεοτοκάς, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και ο Ηλίας Νικολακόπουλος, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η  ιστορία των Γιαγάδων, όπως την αφηγήθηκε ο Ηλίας Νικολακόπουλος βασισμένος στο βιβλίο του Νίκου Βαφέα, μας ταξιδεύει στα βάθη του χρόνου. Αναφέρεται, δηλαδή, σε δομές, σε συνέχειες και νοοτροπίες, που υπερβαίνουν τις χρονικότητες των ιστορούμενων.

Όλα αυτά, φυσικά, δεν αφίσταται των αυτονοήτων, που υπαγορεύουν τα γενικά σχήματα μιας ιστοριογραφίας που εμφορείται απ’ τις ιδέες των εργαστηρίων των Annales και της Nouvelle Histoire. Το παράδειγμα, όμως των Γιαγάδων και της Σάμου έχει μια ιδιαιτερότητα. Κι αυτή αφορά στην πύκνωση του χρόνου της μετάβασης στη νεοτερικότητα μέσα στην ιστορία μιας γενιάς και των παιδιών της, από την ενσωμάτωση δηλαδή του νησιού στο ελληνικό κράτος (1912- 1913) μέχρι τη δεκαετία του 1940.

Η Σάμος εκείνων των χρόνων ήταν το πιο πυκνοκατοικημένο νησί του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Σε έκταση 477.395 στρεμμάτων, το τέλος της Ηγεμονίας (1834-1912) τη βρήκε να αριθμεί πενήντα τρεισήμισι χιλιάδες κατοίκους.

Στο κέντρο του νησιού, ανατολικά και πάνω από το Καρλόβασι, δεσπόζει ο ορεινός όγκος του Καρβούνη, που περικλείεται από τα χωριά Κοντακαίϊκα, Κουμαίϊκα, Σπαθαραίους, Παγώνδα, Μυτιληνιούς, Βουρλιώτες. Κι όλο το δυτικό άκρο της Σάμου, απέναντι από την Ικαρία, καταλαμβάνεται απ’ το βουνό του Κέρκη, στ’ ανατολικά του οποίου είναι οι Κοσμαδαίοι στις βορινές κλητές κι ο Μαραθόκαμπος και τα Σεβασταίικα, τα χωριά των Γιαγάδων στις Νότιες.

Επιτρέψτε μου να αναφερθώ, χωρίς πολλά λόγια, σε δυο τρία πράγματα που είναι γνωστά. Ο Μαραθόκαμπος ήταν πλούσιο χωριό, με πολλές ελιές και λίγα αμπέλια, και στην παράδοσή του, από το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, εγγράφεται η παλαιά και αμφίρροπη ένταση ανάμεσα στους Καλικατζάρους και τους Καρμανιώλους. Τα γράφει πολύ ωραία αυτά ο Γιάννης Ζαφείρης. Πέρα από τους νοικοκυραίους και τους βοσκούς, απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα τουλάχιστον, δεν ξέρω για παλαιότερα, διακρίνεται κι ένας κόσμος των όπλων, με πεδίο δράσης που, όπως και οι εποχιακές δραστηριότητες και το εμπόριο, ξεπερνά τα όρια του νησιού και ανοίγεται στις μικρασιατικές ακτές και την ενδοχώρα.

Κοντραμπάντο, ληστεία και πειρατεία. Ονομαστός καπετάνιος κι ο Σεβαστός Γιαγάς, που πρόσφερε κουρσάρικες υπηρεσίες στον Ναπολέοντα και, μεγάλος πια, τον Ιούλιο του 1821, συνέβαλε αποφασιστικά με τα κανόνια των καραβιών του στην αποτροπή της απόβασης των Οθωμανών στο Ποτοκάκι. Τ’ όνομα Γιαγάς πρέπει να κρατά απ’ το τούρκικο γιαγιάς,που παραπέμπει ευθέως στον άτακτο πεζό πολεμιστή. Μην σας κουράζω, όμως, με κοινοτοπίες. Αρκεί, για τα επόμενα, η υπόμνησή τους.

Στις πολλές δεκαετίες της Ηγεμονίας οι κλάδοι των Γιαγάδων άλλοι συνεχίζουν τις παραδοσιακές δραστηριότητες ως ληστές ή ως κυνηγοί ληστών κι άλλοι, με παραλλαγμένα επώνυμα, Γιαονδήδες ή Γιονδήδες ή και Σεβαστάκηδες, καταγίνονται με περισσότερο φρόνιμες δραστηριότητες. Και πέρασαν τα χρόνια. Στα 1912 βρίσκουμε τους Γιαγάδες ξανά, σ’ ένα μεγάλο οικογενειακό δίκτυο, να προσφέρουν ένοπλες υπηρεσίες στην υπόθεση της ένωσης με την Ελλάδα. Τους ξανασυναντάμε στις εξεγέρσεις του 1914, του 1922 και του 1925, όπως πολύ καλά περιγράφει ο Νίκος Βαφέας στο βιβλίο του και πολύ γλαφυρά αφηγήθηκε ο Ηλίας Νικολακόπουλος.

Να θυμόμαστε ότι η ενσωμάτωση της Σάμου στην πολύ μακρινή και πολύ «δυτική», με τους όρους της εποχής, Ελλάδα ανάγκασε βίαια τις οικονομίες και τις κοινωνίες του νησιού ν’ αποκοπούν απ’ την ανατολική ενδοχώρα. Και, κυρίως, να ανταποκριθούν σε νέες φοροδοτικές ρυθμίσεις και στους περί υποχρεωτικής στρατολογίας νόμους του ελληνικού βασιλείου, που απορρύθμιζε τις τοπικές παραγωγικές κανονικότητες και γέμισε το νησί διωκόμενους λιποτάκτες. Παράλληλα, η όχι βραχεία συγκυρία της φυλλοξήρας στ’ αμπέλια, λίγα χρόνια πριν, η διεύρυνση της καλλιέργειας του καπνού και τα κύματα της μετανάστευσης προς την Αμερική (πάνω από το 1,5% του συνολικού πληθυσμού) όσο και της μεταφοράς μεγάλου μέρους αγροτικού πληθυσμού στο Καρλόβαση και στο Βαθύ, να δουλέψουν στα ταμπάκικα και στα καπνεργαστήρια ως μεροκαματιάρηδες, αποτέλεσαν ασυνέχειες οι οποίες ανέσυραν παραδοσιακούς τρόπους αντίδρασης που παρέμεναν ζωντανοί τόσο στις πρακτικές όσο και στη συλλογική μνήμη.

Δεν αποτελεί ιδιοτυπία της Σάμου η πρόσδεση φαινομένων που, αναλυτικά, ανάγονται στη μακρά παράδοση της ανταρσίας, για να θυμηθούμε τον Στάθη Δαμιανάκο, ή της πρωτόγονης επανάστασης, όπως εμπνεύστηκε από τον Χόμπσμπομ τον όρο αυτόν και τους αντίστοιχους μηχανισμούς ο Σπύρος Ασδραχάς, στην προσμονή απόδοσης του δικαίου από την εκ Θεού τεταγμένη βασιλική εξουσία. Ο Σαμιώτης Θεμιστοκλής Σοφούλης και ο Βενιζέλος έγιναν συνώνυμοι της διαβολικής καταστροφής κι ο βασιλιάς, έπειτα από τη βίαιη καταστολή του αρχαϊκού αιτήματος για μια εκ νέου αυτόνομη Σαμιακή Πολιτεία, έγινε το σύμβολο των προσδοκιών για την επιστροφή στον παλιό καλό καιρό.

Στις συνθήκες αυτές, με μια επίφαση νεοτερικού τύπου πολιτικότητας, οι Σαμιώτες επίστρατοι τροφοδότησαν το φιλοβασιλικό αίσθημα αλλά και τις δυνάμεις των ενόπλων που κατέλαβαν δύο φορές το Καρλόβασι και λεηλάτησαν το δημόσιο ταμείο. Τα αφηγήθηκε κι αυτά ο Ηλίας Νικολακόπουλος, δεν χρειάζονται περισσότερα. Ο κύκλος της βίας και της καταστολής, το κάψιμο της μάνας των Γιαγάδων, ο σκοτωμός του Κώστα και η περιφορά του κομμένου κεφαλιού του στα χωριά φτιάχνουν μια παράδοξη συνέχεια με τη δημοφιλία τους και η καταδίωξη, οι δίκες, οι καταδίκες ή οι αθωώσεις των υπαίτιων θα καταλήξουν πολύ γρήγορα σε μέτρα επιείκειας ή και άρσης των ποινών. Ο γνωστός κύκλος εξέγερσης και ενσωμάτωσης.

Οι αδελφοί Γιαγά, περί των οποίων ο λόγος, είναι ευκατάστατοι και εγγράμματοι, είναι άνθρωποι με κύρος. Κι είναι, ταυτόχρονα, ληστές που έχουν διαπράξει δεκάδες φονικά. Το γνωρίζουμε το φαινόμενο, από τον βαλκανικό χώρο ως την Κορσική και τους τόπους του Τσακιτζή. Το 1928, τρία χρόνια μετά την καταστολή του τελευταίου επεισοδίου των Γιαγαδικών, ο μεγαλύτερος από τους αδελφούς Γιαγά, ο Γιάννης, συμμετέχει με μεγάλη επιτυχία στις εθνικές εκλογές ως «ανεξάρτητος υποψήφιος» και, την επόμενη χρονιά, στις κοινοτικές εκλογές. Υπάρχει και μια άλλη ιστορία, παράλληλη.

Η ταχεία ανάπτυξη των νέων βιομηχανικών μονάδων στο Καρλόβασι και στο Βαθύ, με μια χιλιάδα πάνω-κάτω εργάτες στην εποχή των γιαγαδικών, θα οδηγήσει, από το 1900 κι έπειτα, στην οργάνωση των πρώτων σωματίων, των πρώτων απεργιών και των πρώτων κομμουνιστικών πυρήνων. Η εξέγερση του καλοκαιριού του 1925 αποτελεί πρόκληση για το ΚΚΕ και χρειάζεται, παρακολουθώντας την ανάλυση του Βαφέα, να δούμε τη σχετική αρθρογραφία του Ριζοσπάστη. Διαβάζω ένα απόσπασμα από άρθρο του Σεραφείμ Μάξιμου στις 7 Ιουνίου 1925:

“Ξέρουμε ότι ο στρατός και ο στόλος θα οργιάσουνε εις βάρος του πληθυσμού της Σάμου και, εν ονόματι της τάξεως, θα ρημάξουνε κυριολεκτικά τον τόπο.Από την άλλη μεριά λείπουνε ολότελα τα στοιχεία εκείνα που μπορούνε να δώσουνε μια πλήρη εικόνα του περιεχομένου του κινήματος. […] Αν είναι ληστρική επιδρομήασφαλώς πρέπει να καταδικασθή χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρέπει να αποσταλή ολόκληρος στρατός και στόλος και να εξοντωθούν εντελώς ανεύθυνοι και αθώοι εργατοαγροτικοί πληθυσμοί. Αν πρόκειται περί εξεγέρσεως χωρικών και μικροαστών τότε είμαστε χωρίς καμμιά επιφύλαξη υπέρ του επαναστατήσαντος Σαμιακού λαού. Και αν […] έχουμε μπροστά μας λαϊκό κίνημα με επί κεφαλής τους Γιαγιάδες, τότε και πάλιν δεν θα διστάσουμε να ταχθούμε κατά των Γιαγιάδων και υπέρ του αγώνος του εργατοαγροτικού πληθυσμού της Σάμου».

Προσωπικά, ας μου επιτρέψει ο Νίκος μια λίγο αλλιώτικη ανάγνωση, δεν βλέπω καμία αμηχανία του ΚΚΕ και του Μάξιμου. Το αντίθετο. Η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και η παρέμβαση του Μάξιμου είναι ακόμη στη γραμμή του Γιάννη Κορδάτου. Οι ληστές δεν έχουν πάρει ακόμα το επαναστατικό άρωμα από τις ερμηνείες του Ζεύγου για την κλεφτουριά. Οι κλέφτες κλέβουν κι οι ληστές ληστεύουν. Αποτελούν εξουσιαστικά μορφώματα και δεν αποτελούν τον ένοπλο βραχίονα της καταπιεσμένης αγροτιάς.

Επτά χρόνια αργότερα, στις αρχές του 1932, ιδρύεται η Κομμουνιστική Οργάνωση Σάμου. Ο Κίμων Γιαγάς είναι φυλακισμένος στο Βαθύ για ένα ακόμη επεισόδιο βίας. Κι εκεί, μαζί με τον Γιάννη που τον επισκέπτεται συχνά, οι αδελφοί Γιαγά συνδέονται με κομμουνιστές καταδικασμένους με το Ιδιώνυμο. Την ίδια χρονιά ο Κίμων και ο Γιάννης Γιαγάς εντάσσονται στους οργανωμένους κομμουνιστικού πυρήνες. Να θυμηθούμε εδώ, πέρα από το αδιαμφισβήτητο κύρος που έχουν οι Γιαγάδες στον τοπικό πληθυσμό, πως ήδη στο ΚΚΕ και στην ΚΟΜΕΠ δημιουργούνται οι όροι για τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας του 1934, οι όροι, δηλαδή, για να δεχτεί στο κόμμα στις τάξεις του ως επαναστάτες του αγροτικού χώρου τους εκφραστές της πρωτόγονης εξέγερσης.

Ο Γιάννης Γιαγάς αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη και, τον Μάρτιο του 1933 είναι ένας από τους δύο υποψήφιους του Ενιαίου Μετώπου στη Σάμο. Την ίδια χρονιά ο Γιάννης θα συλληφθεί με την κατηγορία της κομμουνιστικής δράσης και θα παραμείνει προφυλακισμένος για έναν τουλάχιστον χρόνο. Εκεί τελειώνει η κομμουνιστική ιστορία του πρώην ληστή και της οικογένειά του. Τον Νοέμβριο του 1935, με ενυπόγραφο άρθρο του στην ακραία βασιλόφρονα τοπική εφημερίδα Σάμος, ο Γιάννης Γιαγάς θα καλέσει τους «φίλους» του να ψηφίσουν υπέρ της μοναρχίας στο επικείμενο δημοψήφισμα.

Ακολουθεί η δικτατορία του Μεταξά και, το 1939, η χωροφυλακή θα εξαρθρώσει την κομμουνιστική οργάνωση της Σάμου. Το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, είναι ότι στους καταλόγους των συλληφθέντων και των διωκόμενων συναντά κανείς ονόματα προσώπων που συμμετείχαν ενεργά στα γιαγαδικά. Εν προκειμένω, όμως, οι συνέχειες δεν είναι αυτονόητες. Θα χρειαστεί, κι εδώ ερχόμαστε στις δραστηριότητες των ΑΣΚΙ, να συμπληρωθούν οι συνδέσεις της ιστορίας των ατόμων με τη συλλογική ιστορία, να ξαναδούμε το προφίλ την εαμικών κύκλων και στελεχών, να ξαναδούμε δηλαδή τους όρους της εαμικής ηγεμονίας στη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής.

Ο Γιάννης και ο Κίμων Γιαγάς θα «αναλάβουν υπηρεσίαν παρά ταις αρχαίς κατοχής» και, λίγο πριν την ιταλική συνθηκολόγηση, το ΕΑΜ θα επιχειρήσει την εκτέλεσή τους. Ανεπιτυχώς για τον πρώτο, ανεπιτυχώς για τον δεύτερο.

Ανεξάρτητα από όσα προηγήθηκαν, η ανάπτυξη των ένοπλων εαμικών σωμάτων στους τόπους και τα χωριά των γιαγαδικών χρειάζεται κι αυτή ερμηνείες που πρέπει ν’ αναδείξουν τις ασυνέχειες κι όχι τις συνέχειες. Μια από αυτές είναι η δράση του Σαμιώτικου Τάγματος στο μέτωπο της Αλβανίας. Μια δεύτερη είναι η ανθρωπογεωγραφία των κομμουνιστικών οργανώσεων στη δεκαετία του 1930. Και μια τρίτη αφορά στην ανθρωπογεωγραφία των εαμικών οργανώσεων και η σχέση τους με τις «αστικές οικογένειες», αν μου επιτρέπεται η εννοιολογική κατάχρηση, στα οικονομικά αναπτυγμένα κέντρα.

Και τα επόμενα, τα μετακατοχικά δηλαδή, χωρίζονται από τα προηγούμενα με μια τομή, το μέγεθος και το εύρος της οποίας μένει να διερευνηθεί. Τη φυγή από το νησί όλου του εαμικού δικτύου και τις διαδικασίες που άλλαξαν τους ανθρώπους στα στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής. Και τη διεκδίκηση της νόμιμης δράσης του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ως το καλοκαίρι του 1947. Υπάρχει γι’ αυτά η εξαιρετική διδακτορική διατριβή του Δημήτρη Θρασυβούλου (= Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Σάμο, 1947-1949.Τοπικές κοινωνίες και πολιτικές συγκρούσεις, Αθήνα 2011), που ανοίγει στην έρευνα ένα προκλητικά παραγωγικό ερωτηματολόγιο. Στα χωράφια των ΑΣΚΙ, μεταξύ άλλων.

Πηγή κειμένου: Από τον ληστή στον Αντάρτη