ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Πολιτισμός

Το κοινωνικό και πολιτικό καρναβάλι της Αγιάσου

Σκηνές από το καρναβάλι της Αγιάσου. Καρναβαλομαχία στην πλατεία της αγοράς (1955), παρέλαση με πύραυλο της NASA (1969)
Πάνω: Σκηνές από το καρναβάλι της Αγιάσου. Καρναβαλομαχία στην πλατεία της αγοράς (1955), παρέλαση με πύραυλο της NASA (1969) |

Το καρναβάλι της Αγιάσου μπορεί να μην είναι πολύ γνωστό στους εκτός της Λέσβου, εδώ και δεκαετίες όμως αποτελεί ορόσημο για τους κατοίκους του ακριτικού νησιού.

Δε μοιάζει και πολύ με τα άλλα παραδοσιακά καρναβάλια με τους τραγόμορφους κουδουνάδες.

Εδώ πρωταγωνιστής είναι η σάτιρα. Γραμμένη στο τοπικό ιδίωμα, αποτυπώνει τις κοινωνικές και πολιτικές απόψεις των κατοίκων του ακριτικού χωριού που θεωρούν το χιούμορ τη μεγαλύτερη αρετή τους.

«Ο Αγιασώτης το ’χει μέσα του και το πνεύμα και τη σάτιρα, ο κάθε Αγιασώτης. Ολοι οι Αγιασώτες το έχουν το μικρόβιο να καλαμπουρίζουν και να γράφουν κιόλας κάτι», μου έλεγε ένας από τους πιο γνωστούς σατιρογράφους, ταλαντούχος και πολυγραφότατος.

Το καρναβάλι της Αγιάσου με τη σημερινή του μορφή ξεκίνησε το 1937, με τη θέσπιση του Βάλειου διαγωνισμού από το Αναγνωστήριο Αγιάσου.

Σταμάτησε τη δεκαετία του 1940 λόγω του Β” Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, και συνεχίστηκε ξανά το 1955.

Από το 1966 στην οργάνωση του καρναβαλιού συμμετέχει και ο Δήμος της Αγιάσου, την περίοδο μάλιστα 1971-1974 αναλαμβάνει την αποκλειστική ευθύνη.

Επρόκειτο για τα τελευταία (και πιο άγρια) χρόνια της εφτάχρονης δικτατορίας, όταν οι διορισμένες αρχές προσπαθούσαν να θέσουν υπό έλεγχο το περιεχόμενο της σάτιρας.

Το 1984 ιδρύεται ο καρναβαλικός σύλλογος «Ο Σάτυρος» ο οποίος αναλαμβάνει, στην αρχή μόνος του και στη συνέχεια μαζί με τον δήμο, τη διοργάνωση των καρναβαλικών εκδηλώσεων.

Στα τρία πρώτα καρναβάλια πριν από τον πόλεμο, μαζί τα καρναβαλικά αστεία για τους άντρες και τις γυναίκες, ξεχωρίζει η έντονη αντιπαράθεση των καρνάβαλων, φτωχών μεροκαματιάρηδων στην πλειονότητά τους, με τους έχοντες του χωριού, οι οποίοι ήταν συχνά και επίτροποι της εκκλησίας:

Καμπόσα σόγια ν’ έχουνι

νουμί μες του μπαγκάρ

γιατί γ’ αρχόντ στου τμόνιμα

έχιν αλιότσα χαρ.

Π’ντουν πάπντουν ξέρσιντου του χου

τς φτουχί να διαφιτνέβγιν

Οι επίτροποι της εκκλησίας -όπως ήταν φυσικό, αν αναλογιστεί κανείς πως η συγκεκριμένη εκκλησία είχε και μεγάλη ακίνητη περιουσία- προέρχονταν κυρίως από την τάξη των κοτζαμπάσηδων.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως, είκοσι επτά χρόνια μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, χρησιμοποιείται η ίδια λέξη για να δηλωθεί η άρχουσα τάξη του χωριού.

Στο καρναβάλι του 1940 εμφανίζεται και μια «καρναβαλίνα», άντρας μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, ο οποίος όχι μόνο θα υπερασπιστεί τις θέσεις του γυναικείου χειραφετικού κινήματος «τώρα γη γυναίκα θέλι σιργιάνι, να δει τσι ναν ακούς», αλλά και τη λειτουργία του νεοϊδρυθέντος συνεταιριστικού ελαιοτριβείου απέναντι στους ιδιοκτήτες των άλλων ελαιοτριβείων που βλέπουν πως θίγονται τα συμφέροντά τους και το πολεμούν διαδίδοντας ψευδείς ειδήσεις.

Σα θέλιτι να βρίστσιτι

καλό λουγαριασμό

τς ελιές σας να τς παγαίνιτι

στου Συνιτιριζμό

(σάτιρα του Βασίλη Βαγιάνα).

Η δεκαετία του 1950 χαρακτηρίζεται από την καταστολή που ασκούν οι νικητές τους εμφυλίου στους ηττημένους.

Οι κάτοικοι της Αγιάσου, αριστεροί στην πλειονότητά τους και άρα με τη μεριά των ηττημένων, υφίστανται τις συνέπειες ενός διωγμού που δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο το καρναβάλι.

Οι καρνάβαλοι όμως δεν φαίνεται να πτοούνται.

Στρέφουν το βλέμμα στις κοινωνικές αλλαγές -έχουν αρχίσει να γίνονται ορατές στη μικρή τους κοινωνία- και προσπαθούν να λύσουν τον «γρίφο» των ανθρώπινων σχέσεων, και ειδικά των σχέσεων αντρών-γυναικών και του μεγαλύτερου «αγκαθιού» στη ζωή τους, του γάμου και της προίκας.

Είναι σημαντικό για την εξέλιξη του εθίμου πως, αν και οι καρνάβαλοι είναι όλοι άντρες, προσθέτουν γυναικείους ρόλους, για να μπορεί να εκφραστεί πλέον και η γυναικεία άποψη, η οποία αντιπαρατίθεται με την αντρική: «ήρτει πλιά γι’ ώρα ναμκιορδις (αχάριστοι) τώρα του θ’κο μας θελ’μα για να γινεί».

Αλλο ένα «σημείο των καιρών», η σύγκρουση των γενεών θα εκδηλωθεί ακόμα περισσότερο τη δεκαετία του 1960 και του 1970, όταν οι νέοι διαμορφώσουν μια δική τους στάση ζωής, που στο μικρό ακριτικό χωριό βρίσκει την έκφρασή της στο ντύσιμο, τα μακριά μαλλιά και τις καφετέριες.

Οι καρνάβαλοι, μεσήλικες στην πλειονότητά τους, εκφράζουν τις θέσεις της παραδοσιακής κοινωνίας που δυσκολεύεται να «χωνέψει» τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συντελούνται σε όλο τον κόσμο.

Σέρνουν λοιπόν τα «εξ αμάξης» στους νεαρούς μακρυμάλληδες που προβάλλουν στην αρχή δειλά στα σοκάκια του χωριού.

Η επανάσταση των «παιδιών των λουλουδιών» δεν φαίνεται να τους συγκινεί.

Μι τα τσλούφια πλια π’ αφήκαν

ούλ’ντουν τώρα αγριγιέψαν

φαβουρίτις έχ’τσι τράγους

τ’ μόδα απί φτον τνι κλέψαν.

Τ’ χάρη ντ δε τνι πήραν μόνου

να φρουμάζιν (ρουθουνίζουν) δε μπορούν

φτος μουσκουβουλά τραγίλα

φτοι αρώματα βρουμούν

(σάτιρα Α. Μηνά-Λ. Καμπιρέλη-Σ. Αϊβαλιώτη, 1970).

Συχνές εκείνη την περίοδο είναι και οι αναφορές στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου, καθώς οι Ελληνες αριστεροί ταυτίζονται με τον αγώνα των Κυπρίων ενάντια στους Αγγλους, που είχαν έρθει σε σύγκρουση με το ΕΑΜ λίγες δεκαετίες πριν.

Πολύ σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξε το αγιασώτικο καρναβάλι κατά τη διάρκεια της εφτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Χιλιάδες κόσμου από όλο το νησί συνέρρεαν την Καθαρή Δευτέρα στην Αγιάσο για να ακούσουν την άλλη άποψη, τον σχολιασμό που δεν υπήρχε στις εφημερίδες.

Οσο κι αν οι σάτιρες λογοκρίνονταν το προηγούμενο βράδυ από τους αστυνόμους του χωριού, οι καρνάβαλοι μέσα από την αλληγορία κατάφερναν να ξεγλιστράνε και στη συνέχεια πρόσθεταν αυτοσχέδιους στίχους πάνω στη σκηνή.

Χαρακτηριστική η παρουσία του καρνάβαλου Κώστα Βουλβούλη το 1971 όταν, ως «Ινδός φακίρης», έβγαλε έναν λόγο παρωδώντας τον Παπαδόπουλο.

Ο καρνάβαλος Κώστας Βουλβούλης διακωμωδεί τον δικτάτορα Παπαδόπουλο (1971) και κάτω:πρόσφατο δείγμα πολιτικής σάτιρας
Πάνω Ο καρνάβαλος Κώστας Βουλβούλης διακωμωδεί τον δικτάτορα Παπαδόπουλο (1971) και κάτω:πρόσφατο δείγμα πολιτικής σάτιρας |

Η περίοδος της Μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από έντονη πολιτικοποίηση. Το καρναβάλι της Αγιάσου δεν αποτελεί εξαίρεση.

«Το καρναβάλι σημαίνει διαμαρτυρία, πανό, είναι μια ντουντούκα που φωνάζει», μου λέει ένας από τους βασικούς συντελεστές εκείνης της περιόδου.

Οι σατιρογράφοι είναι πια ελεύθεροι να ασκούν κριτική με όποιον τρόπο θέλουν, τόσο στους δικτάτορες όσο και στην εκλεγμένη κυβέρνηση.

Ο καρνάβαλος είναι καταγγελτικός απέναντι στην κεντρική διοίκηση και τους εκπροσώπους της στο νησί.

Σχολιάζονται όλα τα επίκαιρα γεγονότα, ελληνικά και διεθνή (Κυπριακό, λιτότητα, Εφορία, αμερικανική πολιτική, Χομεϊνί κ.ά.).

Η νέα γενιά σατιρογράφων έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την προηγούμενη.

Δεν είναι οι μεροκαματιάρηδες που δεν είχαν τελειώσει το σχολείο.

Είναι τα παιδιά τους, πολλοί από αυτούς έχουν φύγει από το χωριό για να σπουδάσουν και επιστρέφοντας ξεκινούν κι αυτοί να γράψουν σάτιρα, με το βλέμμα στραμμένο στον έξω κόσμο και στο τι συμβαίνει εκεί.

Πολλές σάτιρες έχουν θέματα που αφορούν τη διεθνή επικαιρότητα («Ο Σαντάμ στο CNN της Αγιάσου», «Η βο(υ)λή των ελλ(ε)ηνών», «Ο Οτσαλάν στην Αγιάσο», «Η τρόικα στην Αγιάσο»).

Στο καρναβάλι του 1994, δύο μήνες μόνο μετά την εξέγερση των ιθαγενών στην επαρχία Τσιάπας στο νότιο Μεξικό, όταν πολλοί Ευρωπαίοι διανοητές και ακτιβιστές δεν είχαν ακόμα καταλάβει την έκταση και τη σημασία του γεγονότος, οι Αγιασώτες καρνάβαλοι παρουσιάζουν τη σάτιρα «Ζαπατίστις».

Ο επιδοτούμενος ελαιοπαραγωγός του χωριού την Καθαρή Δευτέρα θα ταυτιστεί με επαναστατημένους αγρότες ζαπατίστας, που περιφέρονται στον κόσμο με επικεφαλής τον αρχηγό τους, τον Ζαπάτα, ξεριζωμένοι από την πατρίδα τους, για να μεταφέρουν στην εξαθλιωμένη αγροτική τάξη το μήνυμα του αγώνα και του ξεσηκωμού ενάντια στους τσιφλικάδες και στους κάθε λογής καταπιεστές τους.

Το καρναβάλι προσεγγίζει την πολιτική με όρους γκροτέσκο και βέβηλου γέλιου.

Ο επιτυχής συνδυασμός πηγαίου ταλέντου και καρναβαλικής διάθεσης έχει γεννήσει στίχους απίστευτης πολιτικής και κοινωνικής οξυδέρκειας, όπως αυτός που ακούστηκε την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς του 1977 στην πλατεία της αγοράς του χωριού κι εκφράζει, μέσα σε λίγους στίχους, το κοινωνικό συνονθύλευμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας:

Δυο… α’σιν’τσοί [αρσενικοί] σκιφτήκαμι

φέτους να παντριφτούμι

στου γάμου μας αν έρθιτι

πουλύ θα του χαρούμι.

Γαμπρούς είνι… βασιλικός

Γη πιθιρά… κουμμούνα

Γιου ζ’μπέθερους είνι… Πασόκ

Γη νύφ’ μας φαρδουμ…α

(σάτιρα Α. Μηνά).

Το καρναβάλι της Αγιάσου είναι ένας ζωντανός οργανισμός που συνεχώς εξελίσσεται.

Την τελευταία δεκαετία όλο και πιο πολλοί νέοι, ακόμα και μαθητές από το Λύκειο, συμμετέχουν στα καρναβάλια.

Οι παλιές αντιλήψεις που ήθελαν τη γυναίκα έξω από το καρναβάλι υποχωρούν κι αυτές και οι καρναβαλίνες πολλαπλασιάζονται.

Κάθε χρόνο παίρνουν μέρος πολλές κοπέλες στις καρναβαλικές εκδηλώσεις.

Αγιάσος, Αύγουστος 2000. Η γειτνίαση καρναβαλιού και πολιτικής είναι εμφανής, ακόμη και ντάλα καλοκαίρι
Αγιάσος, Αύγουστος 2000. Η γειτνίαση καρναβαλιού και πολιτικής είναι εμφανής, ακόμη και ντάλα καλοκαίρι |
Φωτ: Τάσος Κωστόπουλος

Το 2016 πρωταγωνιστές του αγιασώτικου καρναβαλιού ήταν οι πρόσφυγες και οι γερόντισσες της Συκαμινιάς που προτάθηκαν για το Νόμπελ Ειρήνης.

Στη σάτιρα «τρεις γιαγιάηδις μι μαγιού» του Παναγιώτη Κορομηλά μια παρέα νέων παιδιών λένε την άποψή τους για το τεράστιο προσφυγικό ρεύμα που άλλαξε τη ζωή του νησιού τη χρονιά που πέρασε, εκφράζουν την αλληλεγγύη τους στους πρόσφυγες και κατονομάζουν τους υπευθύνους.

Στο τέλος οι τρεις γριές μπαίνουν κι αυτές στο φουσκωτό για να φύγουν μετανάστριες.

Το καρναβάλι της Αγιάσου ήταν και είναι βαθύτατα πολιτικό, έκφραση όλων τόσο των συντηρητικών όσων και των προοδευτικών στάσεων της κοινότητας, πιστό στην παράδοση και ταυτόχρονα καινοτόμο, και επιμένει να καταγγέλλει και να ζητάει λύσεις.

ΥΓ. Φέτος η Αγιάσος πενθεί τον χαμό δύο νέων του χωριού σε τροχαίο και δεν θα γίνουν καρναβαλικές εκδηλώσεις.

**διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Πολιτισμού

 Διαβάστε
 ► Νίκος Ποταμιάνος, Οι Νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα, 1880-1925 (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015). Ανατομία της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης του ελληνικού βασιλείου, με εξαντλητική σκιαγράφηση όλων των επιμέρους πτυχών της κοινωνικής συγκρότησής της – από τη χωροθέτηση, τις εσωτερικές ιεραρχίες και την έμμεση υπαγωγή της στο κεφάλαιο μέσω της πιστωτικής αλυσίδας, μέχρι τον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό, τη συντεχνιακή οργάνωση, την πολιτική δραστηριότητα ή τις πολιτισμικές πρακτικές της. Ενα από τα κεφάλαια του βιβλίου αφορά τις Απόκριες στην Αθήνα.
 ► Γιάννης Βλαχογιάννης, «Μασκαράδες και πολίται στις Κολώνες να βρεθείτε» (περ. Μπουκέτο, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1931). Σειρά άρθρων για τα αθηναϊκά Κούλουμα ώς το 1864.
 ► Γιάννης Καιροφύλας, Η αθηναϊκή Αποκριά (εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1990). Ιστοριοδιφική συγκέντρωση πληροφοριών από εφημερίδες και περιοδικά, ιδίως των αρχών του εικοστού αιώνα.
 ► Νίκος Πολίτης, Το καρναβάλι της Πάτρας (Αχαϊκές Εκδόσεις, Πάτρα 1987). Η καλύτερη ιστοριοδιφική μελέτη που διαθέτουμε για την ιστορία του καρναβαλιού στις ελληνικές πόλεις.
 ► Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής, Το αγιασώτικο καρναβάλι. Οι ρίζες του και η πορεία του στο διάβα του χρόνου (εκδ. Αναγνωστήριο Αγιάσου «Η Ανάπτυξη», 2 τ., Μυτιλήνη, 2009-2012). Λεπτομερής περιγραφή του θεσμού από έναν ντόπιο σατιρογράφο με άμεση εμπλοκή στα δρώμενα.
 ► Mikhail Bakhtin, Rabelais and his world (εκδ. MIT Press, Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1968). Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί από τον Φώτη Τερζάκη η εκτεταμένη εισαγωγή του βιβλίου (Μιχαήλ Μπαχτίν, «Ο Ραμπελέ και ο κόσμος του», περ. Πλανόδιον 38 [2005], σ.262-321), και ένα κεφάλαιο από τους Βασίλη Αλεξίου και Μανόλη Δαφέρμο («Το συμποτικό γεύμα στον Rabelais», περ. Ουτοπία, 90 [2010], σ.25-50). Επιλογή αποσπασμάτων, σε μετάφραση Βασίλη Αλεξίου, έχει επίσης δημοσιευθεί στο περιοδικό Ουτοπία (43, 2001, σ.149-160).
 ► Γιάννης Κιουρτσάκης, Η τρελή σοφία ή τα ανίερα ιερά (εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2003). Δοκίμιο βασισμένο σε ομιλίες του εισηγητή του Μπαχτίν στην ελληνική βιβλιογραφία.