1 Φεβρουαρίου 2016 | Οι Έννοιες και τα Πράγματα |

«Πόροι» όπως λέμε «resources»…

…και η αναγνώριση των ορίων της φύσης

resources

του  Θεόδωρου Παραδέλλη

[Resources, από το γαλλικό resource που εμφανίζεται τον 15o αιώνα και παράγεται από το λατινικό ρήμα resurgο που σημαίνει ανίσταμαι, ανορθούμαι και συνδέεται με το source, φυσική πηγή νερού. Ο ελληνικός όρος πόρος σημαίνει αρχικά πέρασμα, διάβαση, αλλά στον πληθυντικό, πόροι, αντανακλά τη δυτική έννοια της πηγής από την οποία αντλούνται κάποια μέσα].

Ο όρος παραπέμπει στη αναγέννηση της φύσης και σε μια παλιά ιδέα για τη σχέση ανθρώπου-φύσης, σύμφωνα με την οποία η φύση προσφέρει δώρα στους ανθρώπους οι οποίοι με τη σειρά τους θα πρέπει να δείξουν φρόνηση για να μην ακυρώνουν τη γενναιοδωρία της.

Η αναγνώριση των ορίων της φύσης σημαίνει ταυτόχρονα και αναγνώριση των ορίων της κοινωνίας, οπότε η μη αναγνώριση του πρώτου συνεπάγεται άρση των ορίων της κοινωνίας, δηλώνει, θα μπορούσαμε να πούμε, έπαρση της ανθρώπινης κοινωνίας. Το δίλημμα είναι απλό, αλλά συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε: Ή τα όρια της φύσης γίνονται σεβαστά και οι ανθρώπινες δραστηριότητες περιορίζονται στα εκάστοτε οικολογικά όρια, ή παραβιάζουμε τα όρια προς όφελος αυτών που τους οδηγεί η απληστία και η υπερκατανάλωση με καταστροφικές και μη αντιστρέψιμες συνέπειες. Η «ανάπτυξη» των φυσικών πόρων σήμερα έχει δυστυχώς παραβιάσει τα όρια φύσης υπακούοντας στις καταστροφικές απαιτήσεις της καπιταλιστικής αγοράς.

Η καπιταλιστική αγορά ή ο ίδιος ο καπιταλισμός στη σημερινή του αδιέξοδη μορφή, στηρίζεται στην (εχθρική προς τον άνθρωπο) μεγιστοποίηση του κέρδους και τη συσσώρευση κεφαλαίου ( κεφάλαια που έφθασαν στο σημείο να λιμνάζουν κιόλας και να στρέφονται στο τζόγο των δανείων και των συναφών πρακτικών). Έτσι, ό,τι δεν εμπορευματοποιείται δεν έχει αξία, απαξιώνεται καθώς δεν αποτελεί εισροή στην εμπορευματική παραγωγή. η λέξη «πόροι» αναφέρεται ενίοτε στα λεγόμενα κοινά (κοινοί πόροι ή αγαθά). Αυτά από την εποχή της αποικιοκρατίας συνεχώς συρρικνώνονται καθώς ο καπιταλισμός τα ιδιοποιείται διοχετεύοντάς τα στην εμπορευματοποιημένη οικονομία.

Η έννοια της αειφόρου βιώσιμης ανάπτυξης απαιτεί οι αγορές και η παραγωγή να ακολουθήσουν τη λογική και το ρυθμό της φύσης και όχι των κερδών, και του κεφαλαίου. Η οικονομία οφείλει να σέβεται τα όρια της φύσης. Δεν είναι ζήτημα ηθικής, είναι ζήτημα επιβίωσης όλων μας. Η φύση θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά τον αφανισμό μας. Εδώ, ωστόσο, καραδοκεί ένας κίνδυνος: η βιωσιμότητα πολύ συχνά, δεν αναφέρεται στην ίδια τη φύση, αλλά στην ανάπτυξη. Στην περίπτωση αυτή η βιωσιμότητα δεν αφορά στην αναγνώριση και το σεβασμό των ορίων της φύσης, αλλά στην εξασφάλιση της παροχής πρώτων υλών για τη βιομηχανική παραγωγή, άρα στη συνέχιση της ροής ολοένα και περισσότερων εμπορευμάτων (άχρηστων σε μεγάλο βαθμό), πράγμα που οδηγεί στη επιβολή εκ μέρους της κοινωνίας αυθαίρετων ορίων πάνω στη φύση.

Η βασική σημασία της αειφορίας αφορά την ικανότητα της φύσης να υποστηρίξει τη ζωή στο σύνολό της. Αφορά το σεβασμό των διαδικασιών, ρυθμών και κύκλων της φύσης. Όταν οι πόροι αυτοί χρησιμοποιούνται από την ίδια τη φύση για να εξασφαλίσει την ανανέωσή της και από τους ανθρώπους για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, κάθε εκτροπή τους προς την οικονομία της καπιταλιστικής αγοράς απειλεί την οικολογική ισορροπία και δημιουργεί συνθήκες φτώχειας. (Ο πολλαπλασιασμός, π.χ., των μονοκαλλιεργειών στην Αφρική είχε σαν αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της γεωργίας συντήρησης των πληθυσμών, την εξαφάνιση των τοπικών σπόρων και ποικιλιών, αλλά και της τοπικής γεωργικής τεχνογνωσίας, την έλλειψη τροφίμων και τους συχνούς λιμούς σε αυτές τις περιοχές).

Μια άλλη έκφανση της λογικής του καπιταλισμού αποτυπώνεται στον όρο ανθρώπινοι πόροι που αναφέρεται στο εργατικό δυναμικό μιας οικονομικής δραστηριότητας (ενίοτε «ανθρώπινο κεφάλαιο», αν και είναι στενότερη έννοια που αναφέρεται στις γνώσεις του εργατικού δυναμικού). Η εκδοχή αυτού του φαινομενικά ουδέτερου όρου βρίσκεται πολύ κοντά στην έννοια άνθρωπος «εμπόρευμα» και όχι στην έννοια κοινωνικός, δημιουργικός άνθρωπος.