14 Φεβρουαρίου 2017 | Γραφές |

Πολιτική πλάνη προς αποφυγή

Μόνο πέντε μήνες χρειάστηκε ο Χίτλερ για να σταθεροποιήσει τη δύναμή του και να επιβληθεί πλήρως επί των συμμάχων του. Μέχρι το καλοκαίρι του 1933 Σύνταγμα και δικαιώματα καταργήθηκαν, κόμματα και συνδικάτα τέθηκαν εκποδών, Τύπος και ραδιόφωνο «στρατεύθηκαν» στην καθεστωτική γραμμή και βεβαίως η νομική ισότητα των Εβραίων ακυρώθηκε, πρώτο τραγικό βήμα για την «τελική λύση»*.

Την 30ή Ιανουαρίου 1933 ο Χίτλερ έλαβε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, δηλαδή ουσιαστικά ονομάστηκε καγκελάριος, από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας (Reichspräsident) Πάουλ φον Χίντενμπουργκ.

Η μεγάλη πλειονότητα των Γερμανών δεν εξέλαβε το γεγονός αυτό ως πολιτικό σημειολογικό δείγμα μιας δραματικής μετάβασης, αλλά ως συνήθη συνταγματική διαδικασία κυβερνητικής διαδοχής.

Αλλωστε διαρκούντος του 1932 είχαν επισυμβεί ήδη δύο αλλαγές στην καγκελαρία, αρχές Ιουνίου από τον Heinrich Brüning στον Franz von Papen και αρχές Δεκεμβρίου στον Kurt von Schleicher, με την πολιτική κοινωνία να έχει εθιστεί στο άκουσμα τέτοιων ειδήσεων.

Στα κινηματογραφικά επίκαιρα της εβδομάδας η ορκωμοσία της κυβέρνησης Χίτλερ ακολουθούσε μετά τα αθλητικά γεγονότα. Συνολική πολιτική πλάνη.

Τρεις μεγάλες ημερήσιες εφημερίδες της φιλελεύθερης Δεξιάς ενσωμάτωναν τα εξής σχόλια: «Η νέα κυβέρνηση Χίτλερ, καγκελάριος, Papen, αντικαγκελάριος, Hugenberg, τσάρος της οικονομίας, ανταποκρίνεται πλήρως στους σκοπούς και τις προσδοκίες της «ενωμένης Δεξιάς», σύμφωνα με τη διακήρυξη του Bad Harzburg του 1931.

»Μια απαγόρευση του κομμουνιστικού κόμματος ή περιορισμός στην ελευθερία του τόπου περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της κυβέρνησης «εθνικιστικής περιχαράκωσης και συγκέντρωσης», όμως δεν δημιουργούνται οι δυνατότητες μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας» (Berliner Tageblatt).

«Η ποιότητα της προσωπικότητας του Χίτλερ μένει να αποδειχθεί, όμως η ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης θα τον περιβάλλει με τον αναγκαίο σεβασμό» (Frankfurter Zeitung).

«Οι καιροί είναι θυελλώδεις. Ομως οι αντιφάσεις και αντιθέσεις μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων θα περιορίσουν την εξουσιαστική βουλιμία του νέου καγκελάριου» (Vossische Zeitung).

Το διοικητικό συμβούλιο της κεντρικής ένωσης «Γερμανών πολιτών εβραϊκού θρησκεύματος» σε ανακοίνωσή του της 30ής Ιανουαρίου «αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη περίσκεψη και δυσπιστία τη νέα κυβέρνηση, όμως εμπιστεύεται απολύτως τη συνταγματική προσήλωση του ήρεμου Πάουλ» (εννοεί τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ) και συνιστά στα μέλη της «νηφαλιότητα, ηρεμία και ψυχραιμία».

«Οι δημοκρατικές δυνάμεις του λαού έχουν την ικανότητα να αποτρέψουν κάθε είδους αντισημιτική βαρβαρότητα», καταλήγει το κείμενο.

Συνολική πολιτική πλάνη όμως και για το διπλωματικό σώμα.

Ο γενικός πρόξενος των ΗΠΑ στο Βερολίνο Τζορτζ Μέσερσμιθ θεωρεί ότι «οι προβλέψεις για το μέλλον της κυβέρνησης Χίτλερ είναι δύσκολες», όμως εκφράζει την πεποίθηση ότι «θα πρόκειται για μια μεταβατική φάση, η οποία θα σταθεροποιήσει τις πολιτικές σχέσεις».

Ο πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας, Χόρας Ράμπολντ, εκτιμά ότι «οι συντηρητικοί θα πειθαρχήσουν τους εθνικοσοσιαλιστές, ακόμη και στο ζήτημα της επαναφοράς της μοναρχίας» και συνιστά στο υπουργείο του «στάση ήρεμης προσμονής».

Ο πρέσβης της Γαλλίας Αντρέ-Φρανσουά Πονσέ χαρακτηρίζει «τολμηρό πείραμα» τον σχηματισμό κυβέρνησης, συνιστά και αυτός «ήρεμη παρακολούθηση των μελλοντικών εξελίξεων» και χαρακτηρίζει τον Χίτλερ «μετριότητα και ένα είδος μινιατούρας του Μουσολίνι».

Ποιοι αντιθέτως δεν «πλανήθηκαν» και δεν «περιπλανήθηκαν»;

Οι πολιτικοί και κυβερνητικοί σύμμαχοι του Χίτλερ της συντηρητικής και εθνικιστικής Δεξιάς. Χίντενμπουργκ, ο αστός πρώην στρατιωτικός πρόεδρος, Papen, Hugenberg, ηγέτες αντίστοιχων κομμάτων, οι οποίοι επιμελώς απέκρυπταν τη βεβαιότητά τους ότι οι εθνικοσοσιαλιστές «θα εμποδίσουν την επάνοδο στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, θα διαρρήξουν τις δεσμεύσεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών, θα επανεξοπλίσουν τον στρατό και θα κάνουν τη Γερμανία πάλι μεγάλη». (Τι μου θυμίζει; Τι μου θυμίζει;)

Η οικονομική ολιγαρχία. Το δημοσιογραφικό όργανο της μεγάλης βιομηχανίας Deutsche Allgemeine Zeitung αφού εκφράζει έναν αρχικό σκεπτικισμό για το ότι «το κίνημα του Χίτλερ κατέστη ο ισχυρότερος πολιτικός παράγων στη Γερμανία», εκφράζει τη βεβαιότητα ότι ο αρχηγός του NSDAP γρήγορα θα αποδείξει πως είναι από στόφα δημόσιου άνδρα.

Η Αριστερά συνολικά, δηλαδή οι σοσιαλδημοκράτες, οι κομμουνιστές και τα εργατικά συνδικάτα. Το SPD κάλεσε τους εργαζομένους και τους δημοκράτες σε «ακραίας μορφής αντίσταση και αγώνα στο έδαφος του Συντάγματος», η συνδικαλιστική ηγεσία χαρακτήρισε τον Χίτλερ «αρχιμάστορα των ελίτ, της μεγάλης ιδιοκτησίας και της βαριάς βιομηχανίας» και το KPD κάλεσε σε «γενική απεργία κατά της φασιστικής δικτατορίας και σε κοινό πανδημοκρατικό και πανεργατικό μέτωπο», έκκληση όμως η οποία προσέκρουσε στη δυσπιστία των σοσιαλδημοκρατών, αρνούμενων των τελευταίων να λησμονήσουν τον πρόσφατο ακόμη χαρακτηρισμό τους ως «σοσιαλφασιστών».

Μόνο πέντε μήνες χρειάστηκε ο Χίτλερ για να σταθεροποιήσει τη δύναμή του και να επιβληθεί πλήρως επί των συμμάχων του. Μέχρι το καλοκαίρι του 1933 Σύνταγμα και δικαιώματα καταργήθηκαν, κόμματα και συνδικάτα τέθηκαν εκποδών, Τύπος και ραδιόφωνο «στρατεύθηκαν» στην καθεστωτική γραμμή και βεβαίως η νομική ισότητα των Εβραίων ακυρώθηκε, πρώτο τραγικό βήμα για την «τελική λύση»*.

Πιθανότατα σας κούρασε ο ιστορικός αυτός αναστοχασμός. Το έκανα όμως, νομίζω, μετά λόγου γνώσεως. Γιατί στις ΗΠΑ οι πολίτες συνεκτιμούν ήδη τις πλάνες τους ή οι πάσης φύσεως νοσταλγοί τις μη πλάνες τους. Γιατί στην Ευρώπη οι νοσταλγοί του γερμανικού 1933 ενισχύονται και γιατί στην Ελλάδα νοσταλγοί και μη νοσταλγοί πιέζουν τους Ελληνες να αναμετρηθούν πάλι στο μέλλον με τις πλάνες ή τις μη πλάνες τους.

*Τα ιστορικά στοιχεία είναι από την εβδομαδιαία εφημερίδα Die Zeit της 26/1/ 2017.

* καθηγητής της πολιτικής κοινωνιολογίας, πρώην αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου



/ Γραφές

Ο τιμημένος Άδωνις

/ Editorial

Ούτε «νίκη» ούτε «ήττα»

/ Editorial

«Αριστερές γραβάτες»…

Στην ίδια ενότητα

Show Buttons
Hide Buttons