30 Ιανουαρίου 2016 | Οι Έννοιες και τα Πράγματα |

Περί… «ανάπτυξης»

Το ζήτημα είναι να οδηγηθούμε σε μια υπέρβαση της ιδέας της ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης και της υποφερτής (που συχνά αποκαλείται «βιώσιμη») και ταυτόχρονα, στην απόρριψη της ιδέας της υπανάπτυξης.

career

του  Θεόδωρου Παραδέλλη

Γενεαλογία του όρου:

Μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η έννοια της ανάπτυξης βασιζόταν αρχικά (1750-1850) σε μια βιολογική μεταφορά: την εκπλήρωση του γενετικού προγράμματος ενός οργανισμού και το μετασχηματισμό ενός οργανισμού προς μια κατάλληλη μορφή (Wolff, Δαρβίνος). Αργότερα, η λέξη ταυτίζεται με την εξέλιξη, καθώς σημαίνει πλέον το μετασχηματισμό ενός οργανισμού προς μία ολοένα και πιο «τέλεια» μορφή. Με τη εισαγωγή αυτής της μεταφοράς στο κοινωνικό πεδίο, ιστορικοί, φιλόσοφοι και άλλοι λόγιοι, συναρτούν πλέον την αντίληψη αυτή και με τις κοινωνίες/πολιτισμούς (Justus Moser, Bonnet, Herder). Κατά την εξελικτική αυτή άποψη, τεκμήριο και μέτρο σύγκρισης των κοινωνιών είναι ο Δυτικός κόσμος (θεωρούμενη ως η τελειότερη ιστορικά μορφή κοινωνίας), ενώ οι υπόλοιπες κοινωνίες τίθενται σε μια γραμμική ακολουθία ανάλογα με την απόσταση που τις χωρίζει από την τελειότερη μορφή, τη Δύση (εθνοκεντρισμός). Αυτή η αντίληψη δίνει και το ιδεολογικό υπόβαθρο στη μεγάλη επεκτατική πορεία της αποικιοκρατίας.

Το 1949, ο Harry Truman, αναλαμβάνοντας την προεδρία των ΗΠΑ, καθιερώνει επισήμως και αμετάκλητα την έννοια των υπανάπτυκτων κρατών δίνοντας ένα άλλο (μη εξελικτικό πλέον) περιεχόμενο στον όρο ανάπτυξη: «Πρέπει να ξεκινήσουμε ένα νέο πρόγραμμα, χρησιμοποιώντας την επιστημονική και βιομηχανική πρόοδο για την ανάπτυξη των υπανάπτυκτων χωρών… Ο παλιός ιμπεριαλισμός (εκμετάλλευση για ξένο κέρδος) δεν έχει θέση στα σχέδιά μας. Αυτό που οραματιζόμαστε είναι ένα πρόγραμμα ανάπτυξης βασισμένο στην έννοια της δημοκρατικής δίκαιης συναλλαγής». Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε ένας ευφημισμός για την εν συνεχεία αμερικανική ηγεμονία και εν γένει καπιταλιστική ηγεμονία.

Η έννοια της Ανάπτυξης:

Η κριτική που ασκήθηκε στην έννοια της ανάπτυξης (και του εκσυγχρονισμού) κατά τη δεκαετία του 1970 υπονόμευσε δύο θεμελιώσεις θέσεις των «αναπτυσιολόγων»:

Α) Ο κόσμος δεν αποτελούσε μια σειρά απομονωμένων κοινωνιών (κρατών), η καθεμία από τις οποίες ακολουθούσε το δικό της δρόμο. Η νέα άποψη που προέκυψε από τις θεωρίες της εξάρτησης, του παγκόσμιου συστήματος κ.ά. συνέδεαν τις διαφορετικές πορείες των κοινωνιών με την κοινή ιστορία των κατακτήσεων, της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, της εκμετάλλευσης…Οι υπανάπτυκτες χώρες (τρίτος κόσμος) ήταν αποτέλεσμα των πρακτικών των αναπτυγμένων χωρών (πρώτος κόσμος). Οι «παραδοσιακές» πρακτικές και θεσμοί ήταν εν πολλοίς αντίσταση στην καπιταλιστική διείσδυση ή, ενίοτε, παράγωγο της.

Β) Οι θεωρίες της εποχής ταύτιζαν την ανάπτυξη με την «οικονομική αλλά και ηθική πρόοδο». Οι μαρξιστική κριτική αντίθετα έδειξε ότι αυτό που αποκαλείται «ανάπτυξη» ουσιαστικά ήταν μια διαδικασία «καπιταλιστικής ανάπτυξης»: Η παγκόσμια επέκταση του καπιταλιστικού μοντέλου και η απότομη, βίαιη ενίοτε συρρίκνωση και καταστροφή των τοπικών, παραδοσιακών μοντέλων. Από αυτή την άποψη η «ανάπτυξη» δεν ήταν καθόλου πρόοδος, πόσο μάλλον και ηθική, αλλά αντίθετα καταστροφή κυρίως των αγροτικών πληθυσμών.

Το γεγονός είναι ότι ζούμε σε ένα παγκόσμιο σύστημα όπου το κέρδος των λίγων τίθεται υπεράνω της ευμάρειας των πολλών. Το σύστημα δε αυτό εμφανίζεται από τις ηγεσίες ως η μόνη λύση, πράγμα που ουσιαστικά μεταφράστηκε ιδεολογικά ως το «τέλος της ιστορίας». Ωστόσο, σε πολλά μέρη του κόσμου, οι υπάλληλες τάξεις αυτο-οργανώθηκαν και δημιούργησαν εναλλακτικές λύσεις (πάσης φύσεως συνεταιρισμούς, συνεργατικές συμπράξεις, παράλληλο συνάλλαγμα, κοινοτικές μορφές καλλιέργειας, ανταλλακτικές πρακτικές κ.ά.).

Το ζήτημα είναι να οδηγηθούμε σε μια υπέρβαση της ιδέας της ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης και της υποφερτής (που συχνά αποκαλείται «βιώσιμη») και ταυτόχρονα, στην απόρριψη της ιδέας της υπανάπτυξης. Να φύγουμε από αυτό το επίπεδο συζήτησης και ταυτόχρονα να ενθαρρύνουμε τη δημιουργία μιας «οικονομίας αλληλεγγύης», που θα αφομοίωνε υπό νέες μορφές την οικονομία της αμοιβαιότητας: πρωτοβουλίες που θα στηρίζονταν σε τοπικές μορφές αλληλεγγύης ή, αντίστροφα, θα συγκροτούσαν αυτές τις τοπικές μορφές· δημιουργία συνεταιρισμών και συλλόγων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για την εξασφάλιση των τοπικών κοινωνικών υπηρεσιών.

Μια κοινωνία δεν μπορεί να προοδεύσει σε συνθήκες πολυπλοκότητας, δηλαδή ταυτόχρονα ελεύθερα, αυτόνομα και κοινοτικά, παρά μόνο αν προοδεύσει σε αλληλεγγύη: στην πραγματικότητα, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα περιλαμβάνει αυξανόμενες ελευθερίες, αυξημένες δυνατότητες πρωτοβουλιών, δυνατότητες γόνιμες όσο και καταστρεπτικές. Διότι όπως η ακραία αταξία είναι καταστρεπτική έτσι και η ακραία πολυπλοκότητα υποβαθμίζεται από τον κατακερματισμό της πραγματικότητας σε επιμέρους στοιχεία. Ο μόνος τρόπος για να σωθεί η πολυπλοκότητα μιας κοινωνίας, δηλαδή οι ελευθερίες της με ένα ελάχιστο κατασταλτικής εξουσίας, δεν μπορεί να είναι άλλο από το βιωμένο αίσθημα του ανήκειν στην κοινότητα (E. Morin).

Όπως γράφει ο Γ. Μηλιός :

«Εμείς, όταν μιλάμε για ανάπτυξη, δε μιλάμε για την ανάκαμψη της κερδοφορίας
τους…Εμείς μιλάμε για την οικονομία των αναγκών, μιλάμε για την οικονομία που θα καλύπτει τις ανάγκες των ανθρώπων και θα αναπτύσσει τις δεξιότητες και τις δυνατότητές τους κατά τον καλύτερο για τους ίδιους τρόπο. Η απάντηση στην ύφεση θα προέλθει από την πρωτοβουλιακή δράση των άμεσων παραγωγών, των καταναλωτών, των τοπικών κοινωνιών, από τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών αναγκών, στις οποίες πρέπει να υπάγεται η λειτουργία των επιχειρήσεων, διαδικασίες που πιθανόν θα αλλάξουν τον προσανατολισμό και τον τρόπο παραγωγής και διανομής».

Print Friendly, PDF & Email



Tags: