8 Ιανουαρίου 2017 | Ιδέες |

Είναι «πολιτικά ορθό» να εξαλειφθεί η «πολιτική ορθότητα»;

Η νέα αίσθηση δικαίου, συχνά προβάλλει ριζοσπαστικά. Όμως, ο ριζοσπαστισμός δεν είναι πάντα καλοδεχούμενος. Εξαρτάται από πού προέρχεται και τι αλλαγές κουβαλάει

Όρος που ξεκίνησε από την «ορθή κομματική γραμμή» του Μάο και ανά τις δεκαετίες χρησιμοποιήθηκε για να συμπαραδηλώσει αποδεκτές συμπεριφορές, αποδεκτές ιδεολογίες, και ανάλογα με την εποχή να λογοκρίνει, να περιθωριοποιήσει, ή ακόμα και ν’ απαγορεύσει καθετί που προκαλούσε το κοινό αίσθημα. Και αφού πέρασε από την εποχή των συμπαθητικών «μη ορθών» αυθορμήτων χύμα κι ακαλούπωτων, ακροβατώντας ανάμεσα στο κυρίαρχο δόγμα της μη στοχοποίησης της διαφορετικότητας και την έλλειψη ανεκτικότητας στο μη ανεκτικό, επικαιροποιώντας και εμπλουτίζοντας ένα «απαγορευμένο μη ορθό» λεξιλόγιο, κατέληξε στην εποχή των «μη ορθών» φασιστοειδών προέδρων χωρών και αρχηγών κομμάτων μιμητών της «Τραμπ υποκουλτούρας», δηλαδή σ’ ένα νέο πολιτικό σκηνικό τού μη πολιτικά ορθού λαϊκισμού.

Παρ’ ότι στις μέρες μας η πολιτική ορθότητα συμβαδίζει με τη βελτίωση της πραγματικής ζωής κάποιων ομάδων που μέχρι πρόσφατα ζούσαν στο περιθώριο, οι φράσεις «πολιτικά ορθό» ή «μη ορθό» τείνουν να καταντήσουν ένα σφουγγαρόπανο με το οποίο ο καθένας προσπαθεί να καθαρίσει ό,τι θεωρεί ότι τον προσβάλλει ή τον ενοχλεί. Η ζητούμενη πολιτική ορθότητα μιας απαλής ρητορικής του εγχώριου φασιστικού κόμματος, δεν αλλάζει το γεγονός ότι ένα ναζιστικό κόμμα εκφράζει την ιδεολογία του με δημοκρατικές διαδικασίες μέσα στη Βουλή (μεγάλο θέμα).

Όμως, ενώ κάποιον ενοχλεί η φασιστική φρασεολογία, «ρητορική του μίσους», όπως όμορφα λέγεται, κάποιον άλλο ενοχλεί μια διαφήμιση εφημερίδας. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς, ότι κάτω από διαφορετικές συνθήκες, αυτή ο «ορθότητα» και τα εργαλεία που στήνονται γύρω της, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νυστέρι στα χέρια χασάπη ατζαμή. Η ορθότητα αυτή, περιορίστηκε και αναλώθηκε κυρίως στις λέξεις τις οποίες κατάφερε να ξορκίσει, ενώ δεν κατάφερε να ξορκίσει τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τις οικονομικές ανισότητες. Έτσι, το μόνο που θα μείνει από αυτή την ιστορία είναι το κιτς «των ειδικών ικανοτήτων» και η υποκρισία να αποδεχόμαστε τη διαφορετικότητα καταδεικνύοντάς την.

Ο σεβασμός στους ανθρώπους που διεκδικούν αξιοπρέπεια, η περιθωριοποίηση και καταδίκη προσβλητικών συμπεριφορών (τύπου «μανταλάκια»), δεν ακολουθούν στερεότυπα ή «ορθά» δόγματα, αλλά πηγάζουν από το αίσθημα δικαίου της κάθε κοινωνίας της κάθε εποχής. Και η κάθε κοινωνία, η κάθε εποχή έχει διαφορετική αίσθηση για το δίκιο, που μπορεί να είναι «μη ορθό». Συμπεριφορές αδιανόητες για τον δυτικό κόσμο, είναι απόλυτα αποδεκτές σε άλλες χώρες, όπως απόλυτα αποδεκτές είναι στις δυτικές κοινωνίες συμπεριφορές που παλιότερα ήταν κατακριτέες. Η νέα αίσθηση δικαίου, συχνά προβάλλει ριζοσπαστικά. Όμως, ο ριζοσπαστισμός δεν είναι πάντα καλοδεχούμενος. Εξαρτάται από πού προέρχεται και τι αλλαγές κουβαλάει. Μπορεί όμως να σταματήσει να υπάρχει; Κάποιοι το αποπειράθηκαν, χωρίς να το καταφέρουν, κάποιοι άλλοι ονειρεύονται «έναν θαυμαστό, καινούργιο κόσμο», ενώ κάποιοι άλλοι τρομάζουν…

Αυτό το αίσθημα δικαίου (ορθό ή μη) δεν υφίσταται κατόπιν υποδείξεων, αλλά είναι αποτέλεσμα ποικίλων παραγόντων ιστορικών, θρησκευτικών, οικονομικών, που καθορίζουν το πώς βιώνει και πώς αντιδρά μια κοινωνία στην καταπίεση, την αδικία, την ανισότητα και αυτό τελικά είναι που διαμορφώνει συνειδήσεις ελεύθερες ή συντηρητικές, γεννώντας κινήματα, που εδραιώνουν ή ανατρέπουν «τα ορθά» και «μη ορθά», είτε υπάρχουν είτε όχι οι «αγριεμένοι ανάπηροι», οι «Δούλες», η «Γεροντοκόρη», το «Γυφτάκι» κι «Αγάπες λάγνες ξεχασμένες στην αρα…»

 

Τζώρτζια Ρασβίτσου είναι συμβολαιογράφος


Επικαιρότητα

Show Buttons
Hide Buttons